x
Διαφήμιση

23 Ιανουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΔΟΚΙΜΙΑ-ΜΕΛΕΤΕΣ Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος

Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος

E-mail Εκτύπωση

balkanikos390Προδημοσίευση από το βιβλίο Β' Βαλκανικός Πόλεμος του Βασίλη Μαραβίτσα, που κυκλοφορεί στις 8 Ιουνίου από τις εκδόσεις Γκοβόστη. 

Επιμ. Κώστας Αγοραστός

Η παράδοση της Θεσσαλονίκης και οι βουλγαρικές προκλήσεις

Στις 23:00 της 26ης Οκτωβρίου του 1912 υπογράφτηκαν τα πρωτόκολλα παραδόσεως της Θεσσαλονίκης και του Τουρκικού Στρατού στον Ελληνικό Στρατό. Η 7η Ανεξάρτητη Μεραρχία της Ρίλας, υπό τη διοίκηση του Υποστρατήγου Θεοδωρώφ, αν και είχε λάβει εγκαίρως τις επιστολές του Έλληνα Αρχιστρατήγου Διαδόχου Κωνσταντίνου για την παράδοση της Θεσσαλονίκης και την αναστολή των εχθροπραξιών, συνέχισε να προελαύνει προς τη Λητή διατηρώντας πυκνούς σχηματισμούς Πεζικού, ενώ μία από τις πυροβολαρχίες της άρχισε να βάλλει κατά των τουρκικών θέσεων. Οι Τούρκοι δυσανασχέτησαν με τη δράση των βουλγαρικών δυνάμεων, την οποία θεώρησαν ως παραβίαση των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων παραδόσεως. Ως εκ τούτου, ο διοικητής της 7ης Ελληνικής Μεραρχίας έδωσε εντολή σε έφιππο διαγγελέα να διαβιβάσει στο διοικητή της 7ης Βουλγαρικής Μεραρχίας την παράκλησή του να διακοπούν η προέλαση και τα πυρά των βουλγαρικών δυνάμεων. Παράλληλα, το Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση να προβεί σε διάβημα προς τη βουλγαρική κυβέρνηση σχετικά με τις ενέργειες των στρατευμάτων της, οι οποίες βρίσκονταν σε αντίθεση με το πνεύμα της συμμαχίας. Οι Βούλγαροι διέκοψαν όντως τα πυρά, αλλά η 7η Μεραρχία τους συνέχισε να κινείται προς τη Θεσσαλονίκη. 

Ο μόνος Βούλγαρος επιτελής που έλαβε άδεια να εισέλθει στη Θεσσαλονίκη ήταν ένας λοχαγός, ο οποίος, συνοδεία Ελλήνων αξιωματικών, παρουσιάστηκε στο Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο, για να διευθετήσει το ζήτημα της ανεύρεσης καταλυμάτων για τους άνδρες της 7ης Βουλγαρικής Μεραρχίας. Την ίδια στιγμή ένας Έλληνας επιτελής, συνοδεία ενός Τούρκου αξιωματικού, παρουσιάστηκε στο Βούλγαρο μέραρχο, προκειμένου να διαμαρτυρηθεί, εξ ονόματος του Έλληνα Αρχιστρατήγου, για τη συμπεριφορά του Βουλγαρικού Στρατού

Την 28η Οκτωβρίου του 1912, κι ενώ ο Έλληνας Αρχιστράτηγος έφθανε στη Θεσσαλονίκη, στην οποία είχαν ήδη εγκατασταθεί ελληνικές δυνάμεις, η 7η Ελληνική Μεραρχία κινήθηκε προς την αμαξιτή οδό Θεσσαλονίκης-Σερρών, για να εμποδίσει την περαιτέρω προέλαση των βουλγαρικών στρατευμάτων προς την πόλη. Ο μόνος Βούλγαρος επιτελής που έλαβε άδεια να εισέλθει στη Θεσσαλονίκη ήταν ένας λοχαγός, ο οποίος, συνοδεία Ελλήνων αξιωματικών, παρουσιάστηκε στο Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο, για να διευθετήσει το ζήτημα της ανεύρεσης καταλυμάτων για τους άνδρες της 7ης Βουλγαρικής Μεραρχίας. Την ίδια στιγμή ένας Έλληνας επιτελής, συνοδεία ενός Τούρκου αξιωματικού, παρουσιάστηκε στο Βούλγαρο μέραρχο, προκειμένου να διαμαρτυρηθεί, εξ ονόματος του Έλληνα Αρχιστρατήγου, για τη συμπεριφορά του Βουλγαρικού Στρατού· πιο συγκεκριμένα, ο Έλληνας επιτελικός αξιωματικός αναφέρθηκε στον αδικαιολόγητο βομβαρδισμό των τουρκικών θέσεων στη Λητή, στην προέλαση των βουλγαρικών δυνάμεων προς τη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην παράλογη απαίτηση των Βουλγάρων να συντάξει και να υπογράψει ο Χασάν Ταξίν Πασάς πρωτόκολλα παραδόσεως της πόλης και των στρατευμάτων του και στο Βουλγαρικό Στρατό. Ο Τούρκος αξιωματικός, από την πλευρά του, επέδωσε στο Βούλγαρο μέραρχο επιστολή του διοικητή των οθωμανικών δυνάμεων, με την οποία αυτός καθιστούσε γνωστή στη βουλγαρική πλευρά την άρνησή του να υπογράψει νέα πρωτόκολλα παραδόσεως, δεδομένου ότι η Θεσσαλονίκη και ο Τουρκικός Στρατός είχαν ήδη παραδοθεί -από τις 26 Οκτωβρίου- στον Ελληνικό Στρατό, ενώ και ο ίδιος ήταν αιχμάλωτος των Ελλήνων.

Ακολούθως οι δύο αξιωματικοί αφίχθησαν στη Λητή, για να συναντήσουν το Βούλγαρο Υποστράτηγο Πετρώφ -σύμβουλο του Διαδόχου της Βουλγαρίας Πρίγκιπα Βόριδος και του αδελφού του, Πρίγκιπα Κυρίλλου- και να εκφράσουν εκ νέου τις ενστάσεις τους για την παραβίαση των ελληνοτουρκικών πρωτοκόλλων παραδόσεως. Ο Βούλγαρος υποστράτηγος διαμαρτυρήθηκε μεν για την απαγόρευση εισόδου του Βουλγαρικού Στρατού στη Θεσσαλονίκη, αλλά, ελλείψει άλλων επιχειρημάτων, παρακάλεσε τον Έλληνα αξιωματικό να διαβιβάσει στον Έλληνα Αρχιστράτηγο την παράκλησή του να επιτραπεί η είσοδος δύο βουλγαρικών ταγμάτων Πεζικού στην πόλη.

Το Βουλγαρικό Γενικό Επιτελείο είχε δείξει τις προθέσεις του από την αρχή του πολέμου. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, σύμφωνα με τη σερβοβουλγαρική συμπληρωματική στρατιωτική σύμβαση της 19ης Ιουνίου του 1912 ο Βουλγαρικός Στρατός θα ενεργούσε προς την κοιλάδα του ποταμού Έβρου, ενώ η 2α Σερβική Στρατιά θα συγκεντρωνόταν μέσα στο έδαφος της Βουλγαρίας, στην περιοχή του Κιουστεντίλ, και θα ενεργούσε προς τον ποταμό Αξιό, έχοντας παράλληλα τη δυνατότητα να μεταφερθεί και να ενισχύσει το Βουλγαρικό Στρατό στον Έβρο. Όμως, αντί των συμφωνηθέντων, οι Βούλγαροι μετέφεραν δύο ισχυρές μεραρχίες τους, τη 2α και την 7η, κοντά στην Ντούμπνιτσα και τη Φιλιππούπολη. Οι εν λόγω μεραρχίες είχαν διαταχθεί να ενεργήσουν από την άνω κοιλάδα του ποταμού Στρυμόνα προς τη Μακεδονία και να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη πριν από τους Έλληνες. Η ελληνική κυβέρνηση, που είχε πληροφορηθεί στο μεταξύ τα σχέδια στρατιωτικών ενεργειών των Βουλγάρων, διέταξε τις δυνάμεις της, μετά την ήττα των Τούρκων στο Σαραντάπορο, να προελάσουν ταχέως προς τη Θεσσαλονίκη. Οι πληροφορίες της ελληνικής κυβέρνησης επαληθεύτηκαν από τα γεγονότα, καθώς η 2α Σερβική Στρατιά, μετά τη μάχη στο Κουμάνοβο, ετοιμάστηκε να μεταφερθεί σιδηροδρομικώς και να ενισχύσει τους Βουλγάρους που πολιορκούσαν την Αδριανούπολη. Παράλληλα, η 2α και η 7η Βουλγαρική Μεραρχία κατευθύνθηκαν προς τη Θεσσαλονίκη. Η 7η Βουλγαρική Μεραρχία δε συνάντησε σοβαρή αντίσταση, αφού ο κύριος όγκος του Τουρκικού Στρατού είχε συγκεντρωθεί στα Γιαννιτσά, στην προσπάθειά του να αναχαιτίσει την ελληνική προέλαση προς ανατολάς. Η 2α Βουλγαρική Μεραρχία κινήθηκε αρχικά προς νότον και κατέλαβε χωρίς αντίσταση την Κομοτηνή και την Ξάνθη, ακολούθως δε στράφηκε προς δυσμάς. Ωστόσο, καμία από τις εν λόγω βουλγαρικές μεραρχίες δεν κατάφερε να ολοκληρώσει εγκαίρως την αποστολή της.

Έτσι εξηγούνται τόσο η προσπάθεια του Βούλγαρου Υποστρατήγου Πετρώφ να επιτύχει την είσοδο των δύο ταγμάτων Πεζικού στη Θεσσαλονίκη όσο και οι έντονες διαμαρτυρίες του διοικητή της 7ης Βουλγαρικής Μεραρχίας, Υποστρατήγου Θεοδωρώφ, προς το διοικητή της 2ας Ελληνικής Μεραρχίας, Υποστράτηγο Κωνσταντίνο Καλλάρη, για την απαγόρευση της κίνησης των βουλγαρικών τμημάτων προς τη Θεσσαλονίκη. Όμως, οι διαταγές του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου ήταν σαφείς ως προς την απαγόρευση εισόδου βουλγαρικών τμημάτων στη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα, η ελληνική πλευρά απέρριψε ακόμη και το αίτημα των Βουλγάρων για την είσοδο των δύο ταγμάτων τους στην πόλη, προκειμένου να προφυλαχθούν από τη ραγδαία βροχόπτωση.

Ο Στάντσιεφ διαβεβαίωσε τον Έλληνα Αρχιστράτηγο ότι τα βουλγαρικά τάγματα θα συμμορφώνονταν πλήρως προς τις οδηγίες και τις διαταγές του Έλληνα φρουράρχου. Κατόπιν αυτού, η ελληνική πλευρά έδωσε την άδειά της για την είσοδο των βουλγαρικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη.

Ως εκ τούτου, στις 10:00 της 28ης Οκτωβρίου του 1912 ο Υποστράτηγος Θεοδωρώφ -συνοδεία αφενός του υπασπιστή του και αφετέρου του διπλωματικού συμβούλου του και πρώην πρεσβευτή της Βουλγαρίας στο Παρίσι, του εφέδρου Υπιλάρχου Στάντσιεφ- παρουσιάστηκε στον Έλληνα Αρχιστράτηγο Διάδοχο Κωνσταντίνο· αφού συνεχάρη τον Έλληνα Αρχιστράτηγο, ο Θεοδωρώφ επανέλαβε το βουλγαρικό αίτημα για την είσοδο δύο ταγμάτων Πεζικού στην πόλη. Ο Υπίλαρχος Στάντσιεφ εξήγησε στο Διάδοχο Κωνσταντίνο ότι το αίτημα της βουλγαρικής πλευράς για την είσοδο των εν λόγω ταγμάτων ήταν απολύτως δικαιολογημένο, επειδή σε αυτά υπηρετούσαν ως αξιωματικοί οι δύο πρίγκιπες της Βουλγαρίας, ο Βόρις και ο Κύριλλος. Επιπροσθέτως, ο Στάντσιεφ διαβεβαίωσε τον Έλληνα Αρχιστράτηγο ότι τα βουλγαρικά τάγματα θα συμμορφώνονταν πλήρως προς τις οδηγίες και τις διαταγές του Έλληνα φρουράρχου. Κατόπιν αυτού, η ελληνική πλευρά έδωσε την άδειά της για την είσοδο των βουλγαρικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη.

Το απόγευμα της 28ης Οκτωβρίου η 7η Ελληνική Μεραρχία, αφού απέσυρε τα τμήματά της από τις θέσεις που κατείχαν, συγκεντρώθηκε στους καταυλισμούς της, στην περιοχή Ευκαρπίας-Πολίχνης. Η 3η Μεραρχία στάθμευσε στο χωριό Διαβατά, η 4η στην περιοχή Βαθύλακκου-Νέας Μεσημβρίας, η 2α στην περιοχή Mελισσοχωρίου-Δρυμού, η 6η στη Γέφυρα, η 1η εντός της πόλεως και η Ταξιαρχία Ιππικού στο Λαγκαδά.

Ένα σερβικό Σύνταγμα Ιππικού, που κινούνταν παράλληλα με τις βουλγαρικές δυνάμεις, εισήλθε στη Θεσσαλονίκη την 28η Οκτωβρίου· το εν λόγω σύνταγμα, μετά την αποστολή συγχαρητήριας επιστολής προς το Διάδοχο Κωνσταντίνο από το διοικητή του, αναχώρησε για να συναντήσει τη σερβική Μεραρχία του Δρίνου βορείως της Γευγελής.

Το πρωί της 29ης Οκτωβρίου αφίχθη στη Θεσσαλονίκη και ο Βασιλιάς Γεώργιος Α, περιστοιχισμένος από το Διάδοχο Κωνσταντίνο και τους πρίγκιπες. Η μεγαλειώδης πομπή που σχηματίστηκε έφθασε στο Λευκό Πύργο, όπου πραγματοποιήθηκε έπαρση της ελληνικής σημαίας.

Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, αντί των συμφωνηθέντων δύο ταγμάτων, παρήλασε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης ένα ολόκληρο βουλγαρικό σύνταγμα, που είχε εισέλθει στην πόλη την προηγούμενη νύχτα. Η εν λόγω παρέλαση αντιμετωπίστηκε από τους κατοίκους με παγερό τρόπο και αδιαφορία, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την αδικαιολόγητη είσοδο των βουλγαρικών δυνάμεων στην πόλη.

Η παρουσία των Βουλγάρων στη Θεσσαλονίκη συνιστούσε σοβαρή απειλή για την ηρεμία και την ομαλότητα στους κόλπους της Βαλκανικής Συμμαχίας, αλλά οι ελληνικές αρχές, με την ελαστική στάση που επέδειξαν, κατάφεραν να αποτρέψουν πολλές δυσάρεστες ή επικίνδυνες περιπλοκές - ακόμη και μια ένοπλη σύρραξη. Στην αποφόρτιση του κλίματος συνέβαλε και η εσπευσμένη αναχώρηση -στις αρχές Νοεμβρίου- των δύο βουλγαρικών μεραρχιών (της 2ας και της 7ης) για την Ανατολική Θράκη· η μία κινήθηκε σιδηροδρομικώς, μέσω Καβάλας και Ξάνθης, και η άλλη απέπλευσε με ελληνικά φορτηγά πλοία.

Οι Βούλγαροι πρότειναν την απόσυρση των ελληνικών δυνάμεων από τη Θεσσαλονίκη και τη μετακίνησή τους δυτικά του ποταμού Αξιού· στην πόλη θα παρέμενε μόνον ο Πρίγκιπας Νικόλαος της Ελλάδας μαζί με ένα Βούλγαρο Υποφρούραρχο. Οι ελληνικές αρχές απέρριψαν ως απαράδεκτο το βουλγαρικό αίτημα.

Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ο Στρατός Θεσσαλίας, που μετονομάστηκε σε Στρατιά, κατευθύνθηκε προς τη Δυτική Μακεδονία. Βάσει των σχετικών διαταγών που εκδόθηκαν στις 29 Οκτωβρίου του 1912 σχηματίστηκαν τρεις ομάδες: η Αριστερή Ομάδα (το Τμήμα Στρατιάς Κοζάνης, με την 5η Μεραρχία, το Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη, το ΙΙ/24 Τάγμα Πεζοναυτών και διάφορα άλλα τμήματα της περιοχής), υπό τη διοίκηση του Συνταγματάρχη Μηχανικού Στέφανου Γεννάδη, η Ομάδα Κέντρου (1η, 3η, 4η και 6η Μεραρχία, καθώς και η Ταξιαρχία Ιππικού), υπό τη διοίκηση του Αρχιστρατήγου Διαδόχου Κωνσταντίνου, και η Δεξιά Ομάδα (2α και 7η Μεραρχία, το Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινοπούλου και ένα σύνταγμα Ιππικού), υπό τις διαταγές του διοικητή της 2ας Μεραρχίας, Υποστρατήγου Κωνσταντίνου Καλλάρη.

Η Αριστερή Ομάδα θα παρέμενε στην περιοχή της Κοζάνης, προκειμένου να αναδιοργανωθεί και να ενισχυθεί με επιπρόσθετες στρατιωτικές δυνάμεις. Η Ομάδα Κέντρου θα συγκεντρωνόταν στην περιοχή μεταξύ Γιαννιτσών και Έδεσσας και θα ενεργούσε προς το υψίπεδο της Φλώρινας, καθώς και εναντίον των τουρκικών στρατευμάτων στην περιοχή του Μοναστηρίου. Η Δεξιά Ομάδα θα παρέμενε στη Θεσσαλονίκη, έχοντας ως αποστολή να απελευθερώσει και να περιφρουρήσει την ενδοχώρα.

Η αντιπρόταση που έκανε το Υπουργείο Στρατιωτικών στις 31 Οκτωβρίου του 1912 ήταν η ακόλουθη: μετά την απελευθέρωση του Μοναστηρίου και των Ιωαννίνων, διάθεση μίας μεραρχίας -εφόσον αυτό ήταν εφικτό- προς κατάληψη της χερσονήσου της Καλλίπολης, ώστε να εξασφαλιστεί η ελεύθερη διάβαση των Στενών των Δαρδανελλίων από τα πλοία του Ελληνικού Στόλου.

Το Γενικό Στρατηγείο πρότεινε στο Υπουργείο Στρατιωτικών αφενός να αποβιβαστούν αγήματα στην Καβάλα και την Αλεξανδρούπολη, ώστε να αναλάβουν οι ελληνικές δυνάμεις τον έλεγχο των πόλεων, και αφετέρου να αποσταλούν ισχυρότερες δυνάμεις στην Αλεξανδρούπολη, οι οποίες θα προωθούνταν σιδηροδρομικώς προς την Κωνσταντινούπολη και θα εισέρχονταν στην Πόλη μαζί με βουλγαρικές δυνάμεις. Η αντιπρόταση που έκανε το Υπουργείο Στρατιωτικών στις 31 Οκτωβρίου του 1912 ήταν η ακόλουθη: μετά την απελευθέρωση του Μοναστηρίου και των Ιωαννίνων, διάθεση μίας μεραρχίας -εφόσον αυτό ήταν εφικτό- προς κατάληψη της χερσονήσου της Καλλίπολης, ώστε να εξασφαλιστεί η ελεύθερη διάβαση των Στενών των Δαρδανελλίων από τα πλοία του Ελληνικού Στόλου.

Η προς δυσμάς προέλαση των ελληνικών δυνάμεων οδήγησε στην κατάληψη της Στενωπού Κομάνου (3-4 Νοεμβρίου του 1912), της Στενωπού Αρνίσσης, των Στενών Κίλι Δερβέν και Κέλλης, της Αρδέας (4 Νοεμβρίου), της Φλώρινας (7 Νοεμβρίου) και της Καστοριάς (11 Νοεμβρίου). Ακολούθως οι δυνάμεις της Στρατιάς Θεσσαλίας άρχισαν να προελαύνουν προς τον ποταμό Μοράβα. Αρχικά κατέλαβαν τη Στενωπό Τσαγκόνι και, στις 7 Δεκεμβρίου, την Κορυτσά.

Παράλληλα, από τις 6 Οκτωβρίου του 1912 άρχισαν οι επιχειρήσεις στο Μέτωπο της Ηπείρου. Κατελήφθησαν η κορυφογραμμή του Γριμπόβου, η Φιλιππιάδα, η Νικόπολη και η Πρέβεζα. Η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων συνεχίστηκε προς βορράν. Έπειτα από σκληρές μάχες και ιδιαίτερα αιματηρές επιθέσεις που εξαπέλυσαν οι ελληνικές δυνάμεις υπό τη διοίκηση του Διαδόχου Κωνσταντίνου, αλλά και με τη βοήθεια ενισχύσεων που μεταφέρθηκαν από τη Στρατιά που μαχόταν στη Δυτική Μακεδονία, κατελήφθησαν τα Ιωάννινα, στις 21 Φεβρουαρίου του 1913.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο Ελληνικός Στόλος πέτυχε την κατάληψη της Λήμνου, της Θάσου, της Ίμβρου, της Σαμοθράκης και του Αγίου Ευστρατίου. Ακολούθησε η κατάληψη της Τενέδου, της Ικαρίας, των Ψαρών, του Αγίου Όρους, της Λέσβου και της Χίου. Το σύνολο των νησιών του Βόρειου και του Ανατολικού Αιγαίου που τελούσαν υπό οθωμανική κατοχή απελευθερώθηκε.

Στις ναυμαχίες της Έλλης (3 Δεκεμβρίου του 1912) και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου του 1913) ο Στόλος του Αιγαίου επικράτησε κατά κράτος του Τουρκικού Στόλου, γεγονός που εξανάγκασε τον τελευταίο να υποχωρήσει στα Στενά των Δαρδανελλίων και να μην εξέλθει εκ νέου από αυτά μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων. Επίσης, ο Ελληνικός Στόλος πέτυχε διά της παρουσίας του την πλήρη διακοπή των θαλάσσιων συγκοινωνιών μεταξύ των μικρασιατικών λιμένων και των λιμένων της Μακεδονίας και της Θράκης, παρεμποδίζοντας έτσι τη μεταφορά τουρκικών ενισχύσεων που θα επενέβαιναν στα αντίστοιχα θέατρα επιχειρήσεων. Όμως, και η Μοίρα Ιονίου Πελάγους υποστήριξε επιτυχώς διά θαλάσσης τις επιχειρήσεις των δυνάμεων που μάχονταν στην Ήπειρο.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των λοιπών Βαλκάνιων συμμάχων

Αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου ο Σερβικός Στρατός διεξήγαγε επιχειρήσεις στη Νότια Σερβία, στην περιοχή του Νόβι Παζάρ και στην Αλβανία. Στη Νότια Σερβία ενήργησαν η 1η και η 2α Στρατιά, κυρίως κατά των τουρκικών δυνάμεων που βρίσκονταν στην περιοχή Κουμάνοβο-Στιπ-Βέλες-Μοναστήρι. Παράλληλα, η 3η Σερβική Στρατιά αντιμετώπισε τις τουρκικές δυνάμεις στην περιοχή των Σκοπίων. Τα τουρκικά στρατεύματα, μετά την ήττα τους στο Κουμάνοβο, συμπτύχθηκαν στο υψίπεδο Περλεπέ-Μοναστηρίου. Εκεί, όμως, βρέθηκαν αποκομμένα από τον υπόλοιπο Τουρκικό Στρατό, καθώς μετά την κατάληψη του Μπαμπαεσκί της Ανατολικής Θράκης από τους Βουλγάρους (στις 14 Οκτωβρίου) και της Βέροιας από τον Ελληνικό Στρατό (στις 17 Οκτωβρίου) διακόπηκε η επικοινωνία τους με τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Ο Τούρκος διοικητής, Αντιστράτηγος Ζεκή Πασά, έλαβε την απόφαση να αμυνθεί στο υψίπεδο του Περλεπέ με δύο Σώματα Στρατού που τελούσαν υπό τις διαταγές του, το 5ο και το 7ο. Όμως, οι Σέρβοι υποχρέωσαν τις τουρκικές δυνάμεις να συμπτυχθούν εκ νέου και να συγκεντρωθούν στο Μοναστήρι. Στη Μάχη του Μοναστηρίου οι Τούρκοι ηττήθηκαν και πάλι· όσοι εξ αυτών κατόρθωσαν να διαφύγουν συμπτύχθηκαν προς την Κορυτσά και τα Ιωάννινα.

balkanikos2Στο βορρά, η 3η και η 4η Σερβική Στρατιά, σε συνεργασία με τις δυνάμεις των Μαυροβουνίων, κατέλαβαν το σαντζάκι του Νόβι Παζάρ, την περιοχή του Κοσόβου και την πόλη Πρίστινα. Στη συνέχεια στράφηκαν προς νότον, προς την αλβανική ενδοχώρα, και κατέλαβαν τα Τίρανα, το Ελβασάν και το Δυρράχιο (στις ακτές της Αδριατικής) στα μέσα Νοεμβρίου του 1912. Το Δεκέμβριο το Σερβικό Γενικό Επιτελείο, λόγω της αίσιας έκβασης των επιχειρήσεων κατά των Τούρκων, αποφάσισε να διαθέσει δυνάμεις προς ενίσχυση των Βουλγάρων που πολιορκούσαν την Αδριανούπολη. Εξάλλου, ισχυρές μονάδες της 4ης Σερβικής Στρατιάς διατέθηκαν προς ενίσχυση των Μαυροβουνίων που πολιορκούσαν τη Σκόδρα, στη Βόρεια Αλβανία. Το Μάρτιο του 1913 τα σερβικά στρατεύματα προωθήθηκαν έως τον Αυλώνα και το Βεράτι, όπου ανέκοψαν την προέλασή τους, για να μην εισέλθουν στις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου που είχαν ήδη καταληφθεί από τον Ελληνικό Στρατό.

Ο Βουλγαρικός Στρατός ενήργησε εναντίον των Τούρκων σε τρία μέτωπα: στην Ανατολική Θράκη με εννέα μεραρχίες, στη Δυτική Θράκη με τη 2α Μεραρχία και στη Μακεδονία με την 7η Μεραρχία. Στην Ανατολική Θράκη, οι Βούλγαροι επιχείρησαν να καθηλώσουν τους Τούρκους κατά μήκος του Μετώπου Αδριανουπόλεως-Σαράντα Εκκλησιών και να υπερκεράσουν τις τουρκικές γραμμές εξ ανατολών διαμέσου της οροσειράς της Στράντζας. Οι βουλγαρικές δυνάμεις στην Ανατολική Θράκη είχαν κατανεμηθεί σε τρεις στρατιές: η 2α Στρατιά, υπό τη διοίκηση του Αντιστρατήγου Ιβανώφ, προήλασε προς την Αδριανούπολη διαμέσου των κοιλάδων του Έβρου και του Τούντζα, η 3η Στρατιά, υπό τη διοίκηση του Αντιστρατήγου Ράντκο Δημήτριεφ, ενήργησε προς τις Σαράντα Εκκλησιές και η 1η Στρατιά, υπό τη διοίκηση του Αντιστρατήγου Κουντίτσεφ, παρενεβλήθη μεταξύ των δύο προηγουμένων και ενήργησε κατά του κέντρου του Μετώπου Αδριανουπόλεως-Σαράντα Εκκλησιών.

Στη μάχη που επακολούθησε, από τις 9 έως τις 11 Οκτωβρίου του 1912, οι Βούλγαροι κατέλαβαν τις Σαράντα Εκκλησιές. Στη συνέχεια η 1η και η 3η Βουλγαρική Στρατιά εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον της νέας τουρκικής αμυντικής γραμμής στο Λουλέ Μπουργκάς, την οποία τελικά διέσπασαν, με τις απώλειές τους να ανέρχονται σε 15.000 άνδρες. Οι Τούρκοι, που απώλεσαν 30.000 άνδρες, αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν στη γραμμή της Τσατάλτζας, η οποία αποτελούσε οχυρή θέση που απέκλειε τις εκ δυσμών προσβάσεις προς την Κωνσταντινούπολη. Η εν λόγω αμυντική τοποθεσία είχε την κάλυψη μονάδων του Τουρκικού Στόλου τόσο από την πλευρά της Μαύρης Θάλασσας όσο και από την πλευρά της Θάλασσας του Μαρμαρά. Τη νύχτα της 4ης προς την 5η Νοεμβρίου του 1912 οι Βούλγαροι εξαπέλυσαν ανεπιτυχείς επιθέσεις εναντίον της τουρκικής οχυρής θέσης. Οι βαριές απώλειες (10.000 άνδρες) υποχρέωσαν τις βουλγαρικές δυνάμεις να αποσυρθούν προς την περιοχή Λουλέ Μπουργκάς-Σαράντα Εκκλησιές.

Στις 28 Ιανουαρίου του 1913 ισχυρές τουρκικές δυνάμεις εξόρμησαν από την περιοχή της Καλλίπολης προς βορράν, αλλά οι Βούλγαροι, που είχαν οχυρώσει την περιοχή με ημιμόνιμα έργα εκστρατείας, κατάφεραν να τις απωθήσουν. Αρνητική έκβαση είχε μία ακόμη τουρκική ενέργεια, αυτήν τη φορά από την περιοχή της Τσατάλτζας, στα μέσα Φεβρουαρίου, κι έτσι οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να επανέλθουν στις θέσεις εξορμήσεώς τους.

Στις 20 Νοεμβρίου του 1912, ύστερα από τουρκική πρόταση, την οποία αποδέχθηκαν επίσης η Σερβία και το Μαυροβούνιο, συνήφθη δεκαπενθήμερη ανακωχή στο Μπαχτσέκιοϊ της Τσατάλτζας από πληρεξουσίους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας. Η εν λόγω ανακωχή προέβλεπε ότι οι αντίπαλες δυνάμεις θα παρέμεναν στις θέσεις που κατείχαν. Οι επακολουθήσασες διαπραγματεύσεις των εμπολέμων στο Λονδίνο με σκοπό τη σύναψη ειρήνης διακόπηκαν στις 24 Δεκεμβρίου εξαιτίας της τουρκικής αδιαλλαξίας, και το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσουν εκ νέου οι εχθροπραξίες. Στις 28 Ιανουαρίου του 1913 ισχυρές τουρκικές δυνάμεις εξόρμησαν από την περιοχή της Καλλίπολης προς βορράν, αλλά οι Βούλγαροι, που είχαν οχυρώσει την περιοχή με ημιμόνιμα έργα εκστρατείας, κατάφεραν να τις απωθήσουν. Αρνητική έκβαση είχε μία ακόμη τουρκική ενέργεια, αυτήν τη φορά από την περιοχή της Τσατάλτζας, στα μέσα Φεβρουαρίου, κι έτσι οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να επανέλθουν στις θέσεις εξορμήσεώς τους.

Η 2α Βουλγαρική Στρατιά, που ενεργούσε κατά της Αδριανουπόλεως, απέτυχε μεν να καταλάβει την πόλη, αλλά κατόρθωσε να περικυκλώσει τις τουρκικές δυνάμεις και να θέσει την πόλη σε πολιορκητικό κλοιό. Στα μέσα Φεβρουαρίου του 1913 κατέφθασαν βουλγαρικές και σερβικές ενισχύσεις. Η νέα πολυήμερη επίθεση εναντίον της Αδριανουπόλεως υποστηρίχτηκε από μεγάλο αριθμό βαρέων πυροβόλων. Τελικά, η Αδριανούπολη κατελήφθη στις 13 Μαρτίου του 1913. Στα μέσα Μαρτίου κατελήφθη και η Σκόδρα από τα στρατεύματα των Μαυροβουνίων, αλλά και σερβικές δυνάμεις που είχαν διατεθεί προς ενίσχυσή τους.

Στη Δυτική Θράκη, η 2α Βουλγαρική Μεραρχία, αφού κατέλαβε την άνω κοιλάδα του ποταμού Άρδα και απέκρουσε ισχυρές τουρκικές αντεπιθέσεις, κινήθηκε αρχικά προς νότον, καταλαμβάνοντας την Κομοτηνή και την Ξάνθη, ακολούθως δε στράφηκε προς δυσμάς, προς την κατεύθυνση της Θεσσαλονίκης.

Στη Μακεδονία, η 7η Βουλγαρική Μεραρχία, υπό τη διοίκηση του Υποστρατήγου Θεοδωρώφ, προήλασε από την περιοχή του Κιουστεντίλ προς νότον. Στο Σιμιτλή ήλθε σε επαφή με υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις και συμπτύχθηκε. Όμως, και τα τουρκικά στρατεύματα συμπτύχθηκαν προς τη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να ενισχύσουν τις εκεί τουρκικές δυνάμεις, που δοκιμάζονταν σκληρά από την προέλαση του Ελληνικού Στρατού.

Έτσι, η Μεραρχία του Θεοδωρώφ μπόρεσε να συνεχίσει την προέλασή της προς νότον, καταλαμβάνοντας τις Σέρρες, το Σιδηρόκαστρο και τη Δράμα. Το πρωί της 26ης Οκτωβρίου του 1912 διέβη τη γέφυρα του ποταμού Στρυμόνα, κοντά στο χωριό Στρυμονικό, και κινήθηκε εσπευσμένα προς τη Θεσσαλονίκη, αλλά υποχρεώθηκε να ανακόψει την πορεία της, όταν ήλθε σε επαφή με μονάδες της ελληνικής Ταξιαρχίας Ιππικού.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Αλλόκοτος ελληνισμός

Αλλόκοτος ελληνισμός

Προδημοσίευση από το βιβλίο του Νικήτα Σινιόσογλου Αλλόκοτος ελληνισμός. Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Περνώντας από τοίχους

Περνώντας από τοίχους

Προδημοσίευση από την αυτοβιογραφία της Marina Abramović Περνώντας από τοίχους (μτφρ. Αφροδίτη Γεωργαλιού), που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Ροπή.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστό...

Και διηγώντας τα... να τρως

Και διηγώντας τα... να τρως

Προδημοσίευση από το βιβλίο της Μελίσσας Στοΐλη Και διηγώντας τα... να τρως, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη τις επόμενες μέρες.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Διαβάζοντας με τη Ναταλία Τσαλίκη

Διαβάζοντας με τη Ναταλία Τσαλίκη

Πρόσωπα από το χώρο των τεχνών, των ιδεών και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν το δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Λογοτεχνία της Υπέρβασης, της Έκστασης, του Θάλπους

Λογοτεχνία της Υπέρβασης, της Έκστασης, του Θάλπους

Για το μυθιστόρημα της Clarice Lispector Η ώρα του αστεριού (μτφρ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, εκδ. Αντίποδες).

Του Γιώργου - Ίκαρου Μπαμπασάκη

Βεβα...

Νέο φεστιβάλ: Η Λογοτεχνία στον Κινηματογράφο

Νέο φεστιβάλ: Η Λογοτεχνία στον Κινηματογράφο

Adaptation Film Festival από τις 2-8 Φεβρουαρίου 2017 στον Κινηματογράφο «Μικρόκοσμος».

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

Το νέο κινηματογραφικό φεστιβάλ, Ad...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube