19 Ιανουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:14:55:56 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΔΟΚΙΜΙΑ-ΜΕΛΕΤΕΣ Αλλόκοτος ελληνισμός

Αλλόκοτος ελληνισμός

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση από το βιβλίο του Νικήτα Σινιόσογλου Αλλόκοτος ελληνισμός. Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Περιπλάνηση - Κυριακός Αγκωνίτης»

flânερειπie 

flânerieφλανάρισμα, ὅπως μεταγράφει ἀδόκιμα τὴ λέξη ὁ ἀφηγητὴς τῆς νουβέλας Αὐτόχειρ τοῦ Μιχαὴλ Μητσάκη, εἶναι τὸ στοχαστικὸ σεργιάνι καὶ ἡ ἄσκοπη περιπλάνηση στὸ ἀστικὸ τοπίο, ἄρα ἡ πρακτικὴ τῆς σουλατσοφίας, δραστηριότητα ποὺ ἀποκτᾶ εἰδικὲς φιλοσοφικὲς καὶ καλλιτεχνικὲς προεκτάσεις κατὰ τὸν δέκατο ἔνατο καὶ εἰκοστὸ αἰώνα. Ὁ Βάλτερ Μπένγιαμιν –ποὺ χρησιμοποιεῖ τοὺς δύο ὅρους: flânerie καὶ Philosophie des Flaneurs– ἔγραψε γι’ αὐτὴν μὲ ἀφορμὴ τὸν Μπωντλαίρ.32 Οἱ ἀργοί, προσωπικοὶ ρυθμοὶ τοῦ flâneur προβοκάρουν τὴν κατεξοχὴν νεωτερικὴ συνάρτηση χρόνου καὶ παραγωγῆς (τὴν ἀρχὴ πὼς «ὁ χρόνος εἶναι χρῆμα»), ζητοῦν τὴν ἐξαίρεση τοῦ πλάνητα ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τοῦ μαζοποιημένου πλήθους καὶ τὴ φαινομενικὰ ἀναντίστρεπτη χωροχρονικὴ συγκυρία. Στὶς σκεπαστὲς ἐμπορικὲς στοές (Passagen) τοῦ Παρισιοῦ, ποὺ τόσο ἕλκουν τὸν Μπένγιαμιν, ὁ βηματισμὸς ἐπιβραδύνεται μὲ τρόπο φυσικό. Ὁ περιπατητὴς κάνει χάζι, ἐναντιώνεται στὴ φρενίτιδα ποὺ καταλαμβάνει τὰ πλήθη τῶν μεγάλων λεωφόρων, ἀφήνεται στὸν ἀναστοχασμό. Ἀντιπροτείνει τὴ σχόλη καὶ ἐπιβάλλει τὴ δική του αὐτοσχεδιαστικὴ αἴσθηση τοῦ χρόνου. Οἱ στοὲς καὶ τὰ περάσματα τὸν ἀγκαλιάζουν. Κι αὐτός, ὁλοένα προχωρώντας ἐντός τους, βυθίζεται σὲ μιὰν ὀνειρώδη κατάσταση. Οἱ στοὲς φαίνεται νὰ ὁδηγοῦν σὲ ἕνα «παρελθοντικὸ ἐνθάδε-Εἶναι» (vergangenes Dasein).33

Ἐκ πρώτης ὄψεως, ἡ ἀστικὴ περιπλάνηση εἶναι ἀντίδραση στὸν αὐτοματισμό, στὴ φρενήρη παραγωγὴ προϊόντων, στὴν ἐξίσου φρενήρη τυποποίηση αἰσθημάτων καὶ ἀντιδράσεων ποὺ ἐπέβαλαν στὴν καθημερινότητα τῆς πόλης ἡ ἐκβιομηχάνιση καὶ ὁ καπιταλισμός.

Τὰ ἀπόκρυφα αὐτὰ σημεῖα τῶν πόλεων ἐγκολπώνονται τὸν περιπατητὴ σὰν μήτρα. Σὲ τέτοια ἀρχιτεκτονήματα, γράφει ὁ Μπένγιαμιν, «ξαναζοῦμε ὀνειρικὰ τὴ ζωὴ τῶν γονιῶν καὶ τῶν παππούδων μας, ὅπως ξαναζεῖ τὸ ἔμβρυο στὴν κοιλιὰ τῆς μάνας τὴ ζωὴ τῶν ζώων».34 Ἐκ πρώτης ὄψεως, ἡ ἀστικὴ περιπλάνηση εἶναι ἀντίδραση στὸν αὐτοματισμό, στὴ φρενήρη παραγωγὴ προϊόντων, στὴν ἐξίσου φρενήρη τυποποίηση αἰσθημάτων καὶ ἀντιδράσεων ποὺ ἐπέβαλαν στὴν καθημερινότητα τῆς πόλης ἡ ἐκβιομηχάνιση καὶ ὁ καπιταλισμός.

Ὅμως ὁ Μπένγιαμιν σημειώνει πὼς ἡ περιπλάνηση αἴρει κάθε αὐστηρὴ διάκριση νεωτερικότητας καὶ ἀρχαιότητας, ὑπερβαίνει κάθε περιοδολόγηση.35 Καὶ γνωρίζει πὼς ἡ ψυχικὴ διάθεση ποὺ κινητοποιεῖ τὸν flâneur, ἡ διαβόητη taedium vitaespleen, ἔχει παμπάλαιες ρίζες.36 Δὲν τὶς προσδιορίζει περισσότερο. Ἡ ἱστορία τῆς φιλοσοφίας τῆς περιπλάνησης δὲν ἔχει ἀκόμη γραφτεῖ. Τὸ ἐγχείρημα εἶναι ἰδιάζον, μιὰς καὶ βασικὲς ἔννοιες δὲν παρέχονται τόσο ἀπὸ κείμενα φιλοσοφικά, ὅπως τοῦ Μπένγιαμιν, ὅσο ἀπὸ ἐγχειρήματα λογοτεχνικά.

Γιὰ παράδειγμα, ὁ Μπένγιαμιν θαύμαζε ἰδιαίτερα τὸν Ἑλβετὸ συγγραφέα Ρόμπερτ Βάλζερ (Robert Walser). Στὴ νουβέλα Ὁ Περίπατος (Der Spaziergang) οἱ συνδέσεις προκύπτουν ἀβίαστα. Ὁ ἥρωας τῆς νουβέλας εἶναι ἕνας πιὸ ἐκλεπτυσμένος πλάνης (ein feinerer Vagabund) καὶ χασομέρης ἢ κλέφτης τῆς μέρας (Tagedieb), ποὺ ἀσκεῖται σὲ μιὰν ἐκτεταμένη flânerie, προσλαμβάνοντας ἑτερόκλητες ἐντυπώσεις καὶ ἰδέες. Τὸ σουλάτσο δημιουργεῖ ἀνοίγματα στὸ γοητευτικὸ καὶ μαγευτικὸ «ἱερὸ ἀπόκρυφο» (das liebreizende und heilige Verborgene). Συνάμα ὅμως ὁ διαβάτης ταλαντεύεται ἀνάμεσα στὸ ἀνοίκειο (das fremdartige) καὶ στὸ οἰκεῖο ἢ ἑλκυστικό (anheimelnd, das Zutrauliche). Αὐτὸ τὸ ὁριακὸ παιχνίδι ἀνάμεσα στὴν ἕλξη καὶ τὴν ἀπώθηση, τὸ γνωστὸ καὶ τὸ ἀλλόκοτο, ἐπιτρέπει τὴν ἀνάδυση ἤχων ἑνὸς ἀρχέγονου κόσμου (Tone aus der Vorwelt). Ὅπως ὁ Μπένγιαμιν, ὁ Βάλζερ γνωρίζει ὅτι ἡ περιπλάνηση ἀνοίγει διόδους γιὰ μιὰν ἐμπειρία μεθοριακὴ καὶ συνάμα ἀρχετυπικὴ καὶ ἀρχαϊκή, ὅτι ἐνεργοποιεῖ μιὰ καταγωγικὴ ἐνθύμηση ἢ σύναψη μὲ τρόπο «ἀρχέγονα ἁπλό» (uralt einfach).37

Μὲ τὸν περιπλανώμενο Ἀγκωνίτη ἀναφαίνονται αὐτὲς ἀκριβῶς οἱ κατεξοχὴν παλαιὲς καὶ συνάμα μυστικιστικὲς ρίζες τῆς περιπλάνησης ποὺ ἐντοπίζουν ὁ Μπένγιαμιν καὶ ὁ Βάλζερ. Ἡ ἀστυγραφία καὶ ἐρειπιογραφία τοῦ Κυριακοῦ ἀποκτᾶ εἰδικὸ νόημα ὡς πρώιμη ἀλλὰ σημαίνουσα ἐκδοχὴ τῆς φιλοσοφίας τῆς περιπλάνησης, ὅπως ἄλλωστε καὶ ὡς πρωτοποριακὸ πείραμα γιὰ ὅ,τι ἔμελλε νὰ ὀνομαστεῖ ψυχογεωγραφία.38

Ἂν κάτι ἐνισχύει περαιτέρω τὴν ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι ὅτι οἱ ρίζες τῆς flânerie δὲν βρίσκονται στὴ σύγχρονη πόλη, ὅπως νομίζεται συνήθως, ὅσο στὸ ἀρχέτυπο τοῦ ταξιδιοῦ. Εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ Ρεμπὼ φτιάχνει τὸ ρῆμα robinsonner γιὰ τὴ δραστηριότητα τοῦ πλάνητα μὲ ἀπευθείας ἀναφορὰ στὴ μοναχικὴ ταξιδιωτικὴ ἐμπειρία τοῦ Ροβινσώνα Κρούσου. Σημειωτέον ὅτι ὁ Ντάνιελ Ντιφόου θεωρεῖται ἕνας ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς ψυχογεωγραφίας, ἐνῶ ὁ Ρεμπὼ ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀνανεωτὲς τῆς ἔννοιας τῆς flânerie.39

Τόπος τῆς νεωτερικῆς περιπλάνησης ποὺ περιγράφει ὁ Μπένγιαμιν εἶναι οἱ σκεπαστὲς στοές (Passagen) καὶ οἱ δρόμοι τῶν σύγχρονών του εὐρωπαϊκῶν μεγαλουπόλεων: Ρώμη, Βερολίνο καί, βεβαίως, Παρίσι. Τόπος τῆς περιπλάνησης τοῦ Κυριακοῦ εἶναι κατὰ κύριο λόγο τὰ ἐρείπια πόλεων νεκρῶν, μισοχωμένων στὴ γῆ καὶ στὴ λήθη.

Τόπος τῆς νεωτερικῆς περιπλάνησης ποὺ περιγράφει ὁ Μπένγιαμιν εἶναι οἱ σκεπαστὲς στοές (Passagen) καὶ οἱ δρόμοι τῶν σύγχρονών του εὐρωπαϊκῶν μεγαλουπόλεων: Ρώμη, Βερολίνο καί, βεβαίως, Παρίσι. Τόπος τῆς περιπλάνησης τοῦ Κυριακοῦ εἶναι κατὰ κύριο λόγο τὰ ἐρείπια πόλεων νεκρῶν, μισοχωμένων στὴ γῆ καὶ στὴ λήθη. Στὴν πρώτη περίπτωση, ἔχουμε μιὰ περιπλάνηση στὴν πόλη ποὺ σφύζει ἀπὸ ζωή· στὴ δεύτερη, μιὰ περιπλάνηση στὴν πόλη ποὺ ἔχει πεθάνει. Ἕνας νεολογισμὸς ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὰ παιγνίδια τοῦ ἴδιου τοῦ Κυριακοῦ μὲ τὴν ἑλληνικὴ καὶ λατινικὴ γλώσσα (πρβλ. Byζantium) θὰ ἦταν flânερειπie. Ὁ flâneur τῆς ζώσας εἴτε θανούσας πόλης ἕλκεται ἀπὸ τὸ ἴδιο σημεῖο ἀναφορᾶς: τὴν ψυχικὴ συνάντηση μὲ εἰκόνες ἀποσπασματικὲς καὶ ἐντυπώσεις θραυσματικὲς ἑνὸς ὅποιου ἀρχιτεκτονικοῦ περιβάλλοντος, σύγχρονου στὴ μιὰ ἐκδοχή, ἀρχαίου στὴν ἄλλη. Σὲ ἀμφότερες τὶς περιπτώσεις ἡ συλλογὴ ὀπτικῶν ἐρεθισμάτων πυροδοτεῖ διάθεση «ἡρωικῆς μελαγχολίας» (ὁ Μπένγιαμιν οἰκειοποιεῖται τὴν ἔκφραση τοῦ Μελάγχθονα «melancolia illa heroica»)40 καὶ spleen, διάθεση ἀναστοχασμοῦ, ἐνδοσκόπησης καὶ ὀνειροπόλησης ποὺ ἐξαίφνης παρεμβαίνει στὸν συμβατικὸ ροῦ τῆς καθημερινότητας.

Πρῶτο χαρακτηριστικὸ τοῦ πλάνητα εἶναι ἡ σχόλη. Δεύτερο ἡ ἀνεστιότητα. Ὁ πλάνης «βρίσκεται ἤδη ἐκτὸς τόπου».41 Δὲν ἀνήκει στὴν πόλη ὅπου περιπλανιέται, παραμένει ἐντέλει ἀναφομοίωτος ἀπὸ τὸν χῶρο καὶ τὴν ἐποχή του. Συλλέγοντας εἰκόνες ὁ πλάνης ὑπηρετεῖ τὸ πνεῦμα τοῦ ἑκάστοτε τόπου, τὴν ἑκάστοτε πολιοῦχο θεότητα: «Ὁ flâneur ἀναζητεῖ τὶς εἰκόνες, ὅπου κι ἂν αὐτὲς ἔχουν βρεῖ σπίτι. Ὁ flâneur εἶναι ὁ ἱερέας τοῦ genius loci».42 Πρόκειται γιὰ φαινόμενο ὑπεραναπλήρωσης. Ὁ πλάνης γεμίζει τὸ κενὸ τῆς ἀνεστιότητάς του μὲ τὸ ἐναλλασσόμενο πνεῦμα κάθε τόπου. Ἡ συνάντηση τοῦ πλάνητα μὲ καθετὶ παλαιὸ δὲν ἀπαιτεῖ καμιὰ σεβάσμια ἢ μουσειακὴ ματιά,43 ἀλλὰ βλέμμα ἐντελῶς ἀπροκατάληπτο καὶ αὐθεντικό, δηλαδὴ ὁλότελα νέο καὶ παρθένο, ὅπως ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Κυριακὸς ἀντίκρισε τὴ χιλιοειδωμένη ἁψίδα τοῦ Τραϊανοῦ. Διότι τὸ βλέμμα τοῦ πλάνητα δὲν συναντᾶ πράγματα· μᾶλλον συναντᾶ τὸ βλέμμα τῶν πραγμάτων τὴ δεδομένη στιγμή. Αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ ἀρχὴ τῆς φιλοσοφίας τῆς περιπλάνησης (Philosophie des Flaneurs): «Βλέπει κανεὶς μόνον ὅ,τι τὸν κοιτάζει ἤδη» (Φρὰντς Χέσσελ [Franz Hessel]).44 Ἡ σχέση τοῦ ὁρῶντος μὲ τὰ ὁρώμενα, τοῦ πλάνητα μὲ τὰ πράγματα, εἶναι ἀμφίδρομη καὶ ἰσότιμη.

Ἡ ἄσκοπη περιπλάνηση προκαλεῖ μιὰ ψυχικὴ μεταβολὴ ποὺ ὁ Μπένγιαμιν ὀνομάζει «μνημονικὴ μέθη» (anamnestischer Rausch).45 Ἡ πόλη ποτίζει τὸν πλάνητα μὲ κάθε της σκαλοπάτι, πινακίδα ἢ μνημεῖο. Ἀποκαλύπτεται ὁλόγυμνη καὶ ζῶσα ἐνώπιόν του, ὅπως ὀφείλει νὰ εἶναι κάθε πόλη ἐλεύθερη ἀπὸ τὶς «νεκρὲς χρονολογίες» τῆς ἱστορίας της ἢ τὸ φορτίο σωρευμένων ἐγκυκλοπαιδικῶν πληροφοριῶν καὶ δεδομένων. Κάθε φορὰ ἡ πόλη προσφέρεται ἐκ νέου στὸν flâneur σὰν παρθένο τοπίο ἀλλὰ ἐντέλει τὸν περικλείει σὰν οἰκεῖο δωμάτιο.46 Ἡ περιπλάνηση δημιουργεῖ συντομεύσεις, συγκοπὲς καὶ παρακάμψεις ποὺ διαστέλλουν καὶ τέμνουν ἐγκάρσια τὸν χρόνο. Ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τῆς μνημονικῆς μέθης ὁ περιπατητὴς χάνει τὸν δρόμο γιὰ τὴν ἐργασία ἢ τὴ βραδινὴ διασκέδαση τῆς μάζας κι ἀκουσίως βυθίζεται στὸ παρελθόν. «Ἡ πόλη ὡς μνημοτεχνικὸ βοήθημα (mnemotechnischer Behelf) τοῦ μοναχικοῦ περιπατητῆ ἀνασύρει κάτι πέρα ἀπὸ τὴν παιδικὴ καὶ ἐφηβική του ἡλικία, κάτι βαθύτερο κι ἀπὸ τὴν ἴδια της τὴν ἱστορία».47 Ἡ περιπλάνηση καταλήγει σὲ μιὰν ὀνειροπόληση καὶ ἐσωτερικὴ καταβύθιση ποὺ ὑπερβαίνει τόσο τὶς προσωπικὲς ἀναμνήσεις, ὅσο καὶ τὴν ἱστορία τοῦ τόπου.

altΔιαβάζω τὰ ἡμερολόγια καὶ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Κυριακοῦ ὡς καταγραφὲς μιᾶς πολυετοῦς flânerie πρὶν κὰν ἀπὸ τὴ γένεση τοῦ ὅρου (avant la lettre). Ὁ Κυριακὸς δὲν εἶναι laudator temporis acti, ἕνας συμβατικὸς ἐπαινέτης τοῦ ἀρχαίου κόσμου· οὔτε ὅμως εἶναι τὸ κίνητρό του ἐπιστημονικό, μὲ τὴν ἀναγεννησιακὴ ἢ σύγχρονη σημασία τῆς λέξης. Μᾶλλον, ὅπως ὁ ἴδιος ἀναγνωρίζει, περιπλανιέται ἀπὸ πόλη σὲ πόλη ὑπακούοντας στὴν ἀκατανίκητη ὁρμὴ νὰ δε.48 Ὁ περιηγητικὸς αὐτοσχεδιασμὸς εἶναι ἀναστοχασμός, αὐτοπαρατήρηση καὶ ἄσκηση σουλατσοφίας. Γι’ αὐτὸ οἱ περιηγήσεις του στὴ γενοβέζικη ἀποικία τοῦ Γαλατᾶ γίνονται σὲ καθεστὼς ὑπεραυξημένης ψυχικῆς ἐγρήγορσης (cum animi alacritate conspexi).49 Μὲ τὴν ἴδια προσοχὴ ποὺ κοιτάζει ἔνδον κοιτάζει ὁλόγυρα, παρατηρεῖ τὶς σύγχρονες ἀλλαγὲς τῆς πόλης, τὶς ὁποῖες καταγράφει σὲ ἕναν ἔπαινο τοῦ Γαλατᾶ μὲ ἐπιστολικὴ μορφή (laus urbis). Τὸ ἴδιο συμβαίνει στὴν Καλλίπολη, ὅπου ἡ λεπτομερὴς περιγραφὴ μιᾶς νεότευκτης ἐμπορικῆς στοᾶς διαβάζεται ὡς πρόδρομος τῶν παρισινῶν σκεπαστῶν στοῶν τοῦ Μπένγιαμιν.50

Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη ἀποκτᾶ ἄλλη σημασία ἡ συνήθης ἐπισήμανση πὼς συχνὰ ὁ Κυριακὸς ἀποδεικνύεται μᾶλλον ἀφελὴς ἢ ἐπιπόλαιος ὅταν περιγράφει ἀρχαῖα μνημεῖα ποὺ συναντᾶ, δηλαδὴ βιαστικὸς στὶς ταυτοποιήσεις καὶ τὶς συνδέσεις του, πράγμα ἄλλωστε λογικὸ καθότι ἐν πολλοῖς αὐτοδίδακτος.51 Ὅ,τι ἡ σύγχρονη φιλολογία ἐκλαμβάνει ὡς ἀφέλεια κεῖται μᾶλλον ἐγγύτερα στὴν ἀνοιχτωσιὰ καὶ διαθεσιμότητα ἢ συνειρμικὴ δεκτικότητα τοῦ πλάνητα, ἕνα εἶδος γόνιμης ἀπερισκεψίας, κοντὰ σὲ ὅ,τι ὁ Χάιντεγκερ ὀνομάζει Gelassenheit, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει ἰσότιμες συνάψεις μὲ ὅ,τι μᾶς κοιτάζει ἤδη, μιὰ μερικὴ ἄρση κάθε σκέψης ὑπόδουλης σὲ ταξινομίες, διαφορές, κατηγορίες.

Ὅμως ἡ ἰδιοτυπία τῆς ἀστυγραφίας καὶ ἐρειπιογραφίας τοῦ Κυριακοῦ εἶναι πὼς σὲ ἕναν χριστιανικὸ κόσμο ὁ παγανιστικὸς κόσμος βρίσκει πάντοτε τρόπο νὰ εἰσβάλει. Κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς κοσμικῆς σύναξης στὸν Γαλατὰ τρεῖς Ἰταλίδες καλλονὲς καταλαμβάνονται ἀνεπαίσθητα καὶ ἐντελῶς φυσικὰ ἀπὸ ἰσάριθμες Μοῦσες.52 Ἡ Καλλιόπη μάλιστα παίρνει τὴ μορφὴ τῆς Ἐλιζαμπέττα Μαρία (Elisabetta Maria), κόρης τοῦ ἐξέχοντος Ἰταλοῦ Φραντσέσκο Ντραπέριο (Francesco Draperio), καὶ προειδοποιεῖ τὸν Ἀγκωνίτη νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Θράκη ὅσο ὑπάρχει χρόνος – προειδοποίηση ποὺ πιθανότατα ὀφείλεται στὶς στρατιωτικὲς προετοιμασίες ποὺ ὁδήγησαν στὴ μάχη τῆς Βάρνας.53 Στὴν Κρήτη πάλι, ἡ ἐπιτόπια ἔρευνα καταγράφει τὴ μαρτυρία ντόπιων σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιβίωση μιᾶς ἀρχαίας θεότητας: Ὀρθόδοξοι ἱερεῖς βεβαιώνουν πὼς βλέπουν τὴν Ἄρτεμη.54

Ὁ Παρθενώνας εἶχε βεβαίως μεταμορφωθεῖ σὲ ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴν Παναγία – κάτι ποὺ ὁ Κυριακὸς δὲν ἀναφέρει διόλου. Ἐνῶ ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ταξιδιώτης ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνες ποὺ περιέγραφε τὸν Παρθενώνα, ἔβλεπε ἐντούτοις σὲ αὐτὸν ἕναν ναὸ τῆς Παλλάδος.

Ὁ ἴδιος ψυχολογικὸς μηχανισμὸς τίθεται σὲ λειτουργία ὅταν περιγράφει τὴν Ἀθήνα τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1436. Ἡ πόλη βρισκόταν ὑπὸ τὸν ἔλεγχο τοῦ Φλωρεντίνου δούκα Νέριο Ἀτσαγιόλι (Nerio Acciaiuoli), ποὺ εἶχε στήσει τὸ παλάτι του στὴν Ἀκρόπολη. Διάσπαρτοι ὁλόγυρα βρίσκονταν τεράστιοι μαρμάρινοι ὄγκοι, «οἰκίες καὶ ἱερά, καὶ διάφορα τεχνουργήματα ἀξιοσημείωτα γιὰ τὴ θαυμάσια τεχνική, μὰ ὅλα σὲ σωροὺς ἐρειπίων παντοῦ», σημειώνει ὁ Κυριακός, τόσο στὴν κυρίως πόλη, ὅσο καὶ στὰ περίχωρα. Ὁ Παρθενώνας εἶχε βεβαίως μεταμορφωθεῖ σὲ ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴν Παναγία – κάτι ποὺ ὁ Κυριακὸς δὲν ἀναφέρει διόλου. Ἐνῶ ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ταξιδιώτης ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνες ποὺ περιέγραφε τὸν Παρθενώνα, ἔβλεπε ἐντούτοις σὲ αὐτὸν ἕναν ναὸ τῆς Παλλάδος.55 Προσπερνᾶ δηλαδὴ τὴ σύγχρονη χρήση τοῦ Παρθε­νώνα, ἀνασύρει τὴν ἀρχαία καὶ περιγράφει ἐντέλει ἕναν ὑπεριστορικὸ τόπο ποὺ λανθάνει πέρα ἀπὸ τὸ χωροχρονικὸ συγκείμενο.

Στὴν περίπτωση τοῦ Κυριακοῦ μιὰ αἴσθηση ἠθελημένης ἀνεστιότητας ὁλοένα ἀνανεώνεται, ὅσο αὐξάνεται ἡ συλλογὴ ἀναπάντεχων ὀπτικῶν ἐρεθισμάτων καὶ ὑλικῶν ἐρανισμάτων. Οἱ ἐντυπώσεις καὶ τὰ φορητὰ ἀντικείμενα ποὺ ἀνασύρει συμφύρονται μὲ τὸ περιεχόμενο ἑκατοντάδων ἐπιγραφῶν ποὺ διαρκῶς ἀντιγράφει. Μακριὰ ἀπὸ τὴ γενέτειρα Ἀνκόνα ἀναπτύσσει στὸ ἔπακρο μιὰν ἐρειπιώδη ἐντοπιότητα. Ἐν μέσῳ ἐρειπίων ἐντείνει ἢ ἐπιβραδύνει τὸν περιηγητικὸ ρυθμό του, δημιουργεῖ ἕναν προσωπικὸ χρόνο ποὺ προκαλεῖ ἰσχυρὲς ψυχολογικὲς μεταβολές. Βρίσκεται διαρκῶς ἐντὸς θραυσμάτων. Μιλᾶ μέσα ἀπὸ αὐτά. Ἡ φωνή του φαίνεται νὰ εἶναι δική τους φωνή, ὅμως ἀπηχεῖ τὸ πνεῦμα κάθε τόπου (genius loci), γιὰ τὸ ὁποῖο πολὺ μετὰ θὰ γράψει ὁ Μπένγιαμιν. Τὸ πολιοῦχο πνεῦμα ἐκπροσωποῦν ἐξάλλου οἱ νύμφες ποὺ συχνὰ πυκνὰ ἀπευθύνονται στὸν περιπλανώμενο Ἀγκωνίτη. Κάποτε τὶς ἄκουσε νὰ ἀπευθύνονται στὴ νῆσο Χίο ὡς ἑξῆς, καθὼς τὸ πλοῖο του προσέγγιζε τὶς ἀκτές: «ὁ Ἀγκωνίτης ἀνανεώνει τὴ μνήμη σου ἐν μέσῳ μαρμάρων» (L’Anconitan tra’ marmi tua memoria rinnuova).56 Αὐτὴ ἡ ὀνειρικὴ ψυχολογικὴ διάθεση, ὅπου κάτι πέρα ἀπὸ τὰ ὑλικὰ σπαράγματα μιλᾶ μέσα ἀπὸ αὐτά, διάθεση ὅπου ἕνα ἀπόθεμα πανάρχαιο καὶ ἱερὸ ἀνέρχεται στὴν ἐπιφάνεια, διαρκῶς ἀνανεώνει τὴ μνημονικὴ μέθη τοῦ Κυριακοῦ.

Ὁ ἐνθουσιώδης χαρακτήρας τῶν ἡμερολογιακῶν ἐγγραφῶν τοῦ Κυριακοῦ δείχνει ἕναν ἄνθρωπο παραδομένο στὴν ἑλκτικὴ δύναμη λειψάνων καὶ σπαραγμάτων. Εἶναι σαφὲς πὼς ἡ ψυχικὴ ἔνταση τῆς συνάντησης μαζί τους μετρᾶ τουλάχιστον ὅσο ἡ σπανιότητά τους καὶ σίγουρα περισσότερο ἀπὸ τὴν ὅποια ἐμπορική τους ἀξία. Ἄλλωστε, μολονότι ὁ Κυριακὸς ἐμπορευόταν ἐνίοτε ἀρχαιότητες, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπορίας ἀρχαιοτήτων δὲν ἀνακύπτει ὅσο συχνὰ θὰ ἀνάμενε κανείς, παρὰ σχεδὸν συγκυριακὰ καὶ συμπτωματικά. Ἀντιθέτως, οἱ συστηματικὲς καταχωρήσεις τοῦ Κυριακοῦ ἀναφέρονται στὴν περιπλάνηση ὡς μεθοδικὴ ἄσκηση αὐτοσχεδιαστικῆς ἐπανοικειοποίησης τοῦ ἀρχαίου χώρου καὶ κυρίως παρελθουσῶν διαθέσεων καὶ συναισθημάτων, ὅσων κάποτε ἐνέπνευσαν ἐπιγραφές, ἀναθηματικὲς στῆλες καὶ κατασκευές.

Κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰώνα οἱ θιασῶτες τῆς ψυχογεωγραφίας καὶ τῆς flânerie ἀπέδωσαν ἰδιαίτερη σημασία σὲ ἀντικείμενα ἐφήμερα καὶ παρατημένα ἄνευ ὁποιασδήποτε χρηστικῆς ἀξίας· ὅσα συναντᾶ ὁ flâneur σὲ κράσπεδα, γωνιὲς καὶ φρεάτια.

Κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰώνα οἱ θιασῶτες τῆς ψυχογεωγραφίας καὶ τῆς flânerie ἀπέδωσαν ἰδιαίτερη σημασία σὲ ἀντικείμενα ἐφήμερα καὶ παρατημένα ἄνευ ὁποιασδήποτε χρηστικῆς ἀξίας· ὅσα συναντᾶ ὁ flâneur σὲ κράσπεδα, γωνιὲς καὶ φρεάτια. Ὅμως ἡ ἀνάσυρση ἀρχαίων ἐρειπίων, λειψάνων καὶ ἐπιγραφῶν ὡς ἀγωγῶν καὶ ψυχικῶν διόδων κάνει τὴν περίπτωση τοῦ Κυριακοῦ μοναδική. Κατάλληλος ὅρος γιὰ τὴν κοινὴ βλέψη τοῦ πλάνητα ἐρειπίων καὶ τοῦ σύγχρονου flâneur εἶναι, ὅπως προαναγγείλαμε, ἡ αἰσθηματοποίηση – λέξη ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Καβάφης γιὰ νὰ περιγράψει τὴν ἀνάκληση ψυχικοῦ φορτίου ἀλλοτινῶν ἐμπειριῶν μέσω τῆς ἐπίσκεψης στὸν ἴδιο χῶρο: «Οἰκίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας/ποὺ βλέπω κι ὅπου περπατῶ· χρόνια καὶ χρόνια./Σὲ δημιούργησα μὲς σὲ χαρὰ καὶ μὲς σὲ λύπες:/μὲ τόσα περιστατικά, μὲ τόσα πράγματα./Κ’ αἰσθηματοποιήθηκες ὁλόκληρο, γιὰ μένα».

Ὁ Κυριακὸς γνωρίζει ὅτι ἡ μοναξιὰ τοῦ ἐπισκέπτη ὀξύνει τὴν αἰσθηματοποίηση τῆς ὕλης. Γι’ αὐτὸ ζητᾶ νὰ συλλέξει τὴν ἐναπομείνασα ζωτικότητα ποὺ λανθάνει ἐγκλωβισμένη σὲ ἕνα ἄναρχο σύμπαν ὑλικῶν θραυσμάτων καὶ ὄχι ἐκείνη τοῦ ὅποιου ἐναλλασσόμενου συγκαιρινοῦ του πλήθους. Τὰ λείψανα ἀποκτοῦν τότε μιὰ μαγικοθρησκευτικὴ σημασία. Στὴ Μίλητο περιγράφει θρυμματισμένα ἀγάλματα λεόντων καὶ ἄλλων ζώων (fragmenta), καθὼς καὶ λείψανα τῆς ἀρχαίας πόλης (relicta veterum monumenta).57 Τὰ ἡμερολόγιά του εἶναι γεμάτα μὲ ἀνάλογες περιγραφὲς ἄτακτων καὶ τυχαίων σχηματισμῶν λειψάνων.

Ἡ λατινικὴ λέξη relicta ποὺ χρησιμοποιεῖ δὲν δηλώνει ἁπλῶς τὰ ὑλικὰ ἀπομεινάρια. Παραπέμπει στὴ σορὸ καὶ στὸ κουφάρι, στὴν ἱερότητα καὶ μιαρότητα τοῦ νεκροῦ. Τὸ λείψανο εἶναι ὅ,τι ἀπομένει, συνάμα ὅ,τι ἐπιβιώνει – μιὰ κουτσουρεμένη πλὴν ὅμως ἀνθεκτικὴ παρουσία στὸν χρόνο. Ὁ Μπένγιαμιν σημειώνει τὴ σχέση τοῦ λειψάνου (Reliquie) μὲ ὅ,τι σήμερα ὀνομάζουμε ἐνθύμιο, ἀναμνηστικὸ ἢ σουβενίρ, σχέση λησμονημένης θρησκευτικότητας. «Τὸ ἐνθύμιο εἶναι ἕνα ἀποθρησκευτικοποιημένο λείψανο», ἡ συλλογὴ ἐνθυμίων εἶναι ἀπομαγευμένη ἢ ἐκκοσμικευμένη ἐκδοχὴ τῆς συλλογῆς λειψάνων: Das Andenken ist die säkularisierte Reliquie.58 Τὸ λείψανο κατάγεται ἀπὸ τὸ πτῶμα καὶ ζητᾶ νὰ ἀντέξει περισσότερο ἀπὸ δαῦτο, ἀνακαλώντας τὸν νεκρὸ καὶ τὶς ἰδιότητές του. Τὸ ἐνθύμιο προκύπτει ἀπὸ μιὰ παρελθοῦσα ἐμπειρία ποὺ γραπώνεται μὲ νύχια καὶ δόντια στὸ παρόν.

Τόσο ἡ συλλογὴ ἐνθυμίων, ὅσο καὶ ἡ ἐνθύμηση μοιράζονται μιὰ θρησκευτικὴ καταγωγή, ἀπηχοῦν τὴ μαγικοθρησκευτικὴ δύναμη ἐπίκλησης ποὺ ἐνοικεῖ στὴν ὕλη, αὐτὴν ποὺ γεφυρώνει τὴ διάκριση ὑποκειμένου καὶ ἀντικειμένου. Γι’ αὐτὸ τὸ λείψανο (Relikt) ἐνδέχεται νὰ λειτουργεῖ καὶ ὡς προάγγελος (Vorläufer) ἑνὸς μηνύματος ποὺ ἀκόμη μᾶς διαφεύγει.

Στὰ γερμανικά, das Andenken εἶναι τὸ ἀναμνηστικὸ ἢ ἐνθύμιο, ἐξίσου ὅμως μπορεῖ νὰ σημαίνει τὴν πράξη τῆς ἀνάμνησης: das Andenken εἶναι εἴτε τὸ ὑλικὸ διάμεσο καὶ βοήθημα τῆς μνημονικῆς διαδικασίας, εἴτε ἡ ἴδια ἡ διεργασία ἀνάκλησης τοῦ παρελθόντος. Ἡ λειτουργία τῆς ἐνθύμησης ταυτίζεται μὲ τὸ ἀντικείμενό της. Ἀλλιῶς: ὅτι θυμᾶμαι εἶναι ὅ,τι θυμᾶμαι. Τόσο ἡ συλλογὴ ἐνθυμίων, ὅσο καὶ ἡ ἐνθύμηση μοιράζονται μιὰ θρησκευτικὴ καταγωγή, ἀπηχοῦν τὴ μαγικοθρησκευτικὴ δύναμη ἐπίκλησης ποὺ ἐνοικεῖ στὴν ὕλη, αὐτὴν ποὺ γεφυρώνει τὴ διάκριση ὑποκειμένου καὶ ἀντικειμένου. Γι’ αὐτὸ τὸ λείψανο (Relikt) ἐνδέχεται νὰ λειτουργεῖ καὶ ὡς προάγγελος (Vorläufer) ἑνὸς μηνύματος ποὺ ἀκόμη μᾶς διαφεύγει.59

Οἱ ἑκατοντάδες ἐπιγραφὲς ποὺ ἀντιγράφει ὁ Κυριακὸς καὶ ἐνσωματώνει στὰ κείμενά του ἔχουν μιὰν ἀνάλογη λειτουργία ἐπίκλησης. Δὲν ἐνδιαφέρεται μόνον γιὰ τὶς πληροφορίες ἢ τὰ δεδομένα ποὺ περιέχονται στὶς ἐπιγραφές, οὔτε γιὰ τὴ σπανιότητά τους. Ἡ μεταγραφὴ εἶναι μιὰ πράξη ἀνάκλησης ἀλλοτινῶν διαλόγων μὲ τὴν ὕλη, λὲς καὶ οἱ ἀρχαῖες λέξεις ποὺ ἀντιγράφει πέτυχαν κάποτε νὰ ἐγκιβωτίσουν τὸν χῶρο καὶ κυρίως τὴν περιβάλλουσα αἴσθηση τοῦ χώρου. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ἀντιγράφει ἀδιακρίτως ἀκόμη καὶ ἐπιγραφὲς ἥσσονος σημασίας. Κάποτε στὴν Κωνσταντινούπολη ἡ χαρὰ γιὰ τὴν ἀνακάλυψη μιᾶς ἀναθηματικῆς ἐπιγραφῆς μπερδεύεται μὲ τὰ συναισθήματα τῶν ἄγνωστων προσώπων ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἐπιγραφή.60 Ἡ μηχανικὴ σχεδὸν ἀντιγραφὴ ἀνασύρει προθέσεις καὶ συναισθήματα ὅσων κάποτε ἀποφάσισαν νὰ ἐπέμβουν στὸν ἴδιο ἐκεῖνο χῶρο, ὅπου τώρα αὐτὸς περιπλανιέται. Εἶναι ἀνέλκυση τοῦ ἰδιωτικοῦ ψυχικοῦ φορτίου ποὺ ἐκτονώθηκε κάποτε δημόσια μὲ τὴν κατασκευὴ ἑνὸς ναΐσκου, ἢ μιᾶς ἀφιερωματικῆς στήλης· μιὰ ἀπόπειρα νὰ αἰσθηματοποιήσει ἐκ νέου τὸ ἀρχιτεκτονικὸ περιβάλλον. Ἐντέλει οἱ ἀντιγραμμένες ἐπιγραφὲς ἀποκτοῦν λειτουργία ἀνάλογη μὲ αὐτὴν ποὺ ἀποδίδει ὁ Μπένγιαμιν στὶς πινακίδες τῶν παριζιάνικων καταστημάτων καὶ δρόμων. Παραπέμπουν στὴν καθημερινότητα μιᾶς συλλογικότητας προσώπων (das Kollektivum), γίνονται γι’ αὐτὴν «ὅ,τι εἶναι γιὰ τὸν ἀστὸ ἡ ἐλαιογραφία στὸ σαλόνι του»,61 δημιουργώντας ὅμως συνάψεις κάθετα στὸν χρόνο παρὰ ὁριζόντια.

Στὸ μεταίχμιο Βυζαντίου καὶ Ἀναγέννησης ὁ Κυριακὸς μαρτυρεῖ τὴ μετάβαση ἀπὸ τὴ μαγεία στὴν ἀνάμνηση καὶ ἀπὸ τὸ λείψανο στὸ ἐνθύμιο. Διότι στὰ κείμενά του τὰ ἀρχαῖα θραύσματα καὶ οἱ ἐπιγραφὲς δὲν εἶναι μήτε ὕλη πλήρως ἀπομαγευμένη (ὅπως συμβαίνει πιὰ στὴ σύγχρονη ἀρχαιολογία), μήτε ὅμως ὕλη ποὺ πετυχαίνει νὰ ἀνανεώνει δίχως ἀπώλειες τὴν ἄγνωστη ἰσχὺ μιᾶς δαιμονικῆς προνεωτερικῆς ἐποχῆς. Εἶναι μᾶλλον ὕλη ποὺ παραμένει μὲν διάμεσος, ὡστόσο ἤδη πληγωμένη βαριά, ἕτοιμη σχεδὸν νὰ ὑποκύψει στὸν νέο σιωπηρὸ ρόλο ποὺ τῆς ἐπιφυλάσσει ἡ ἐπιστήμη τῶν νεώτερων χρόνων.

[...]

32. W. Benjamin, «Charles Baudelaire. Ein Lyriker im Zeitalter des Hochkapitalismus», στὸ Gesammelte Schriften, τόμ. 1, Φρανκφούρτη: Suhrkamp, 1991, σ. 509-690 (στὸ ἑξῆς: GS) [ἑλλ. μτφρ.: W. Benjamin, Σρλ Μπωντλαίρ, νας λυρικς στν κμ το καπιταλισμο, μτφρ. Γ. Γκουζούλης, Ἀθήνα: Ἀλεξάνδρεια, 1994].
33. W. Benjamin, «Pariser Passagen II», στὸ GS, τόμ. 5, σ. 1046.
34. Στδιο, σ. 1054.
35. Benjamin, «Zentralpark», στὸ GS, τόμ. 1, σ. 678.
36. Στδιο, σ. 658.
37. Ρόμπερτ Βάλζερ, Ο Περίπατος (μτφρ. Τ. Βότσος, Ἀ. Μπακοδήμου, δίγλωσση ἔκδοση, Ἀθήνα: Γαβριηλίδης, 2011, σ. 64-67, 78-79, 88-91, 96-103): «Himmlisch schön und gut und uralt einfach ist es ja, zu Fuss zu gehen. Anzunehmen ist, dass das Schuhwerk und Steifelzeug in Ordnung ist». (Ὤ, μὰ εἶναι παραδείσια ὄμορφο καὶ ἀγαθὸ καὶ ἀρχέγονα ἁπλὸ νὰ περπατᾶ κανείς, μὲ τὴν προϋπόθεση βέβαια ὅτι τὰ κατάλληλα παπούτσια καὶ οἱ μπότες εἶναι ἐντάξει). [τροποποιημένη μτφρ.]
38. Ἡ ψυχογεωγραφία ἀναπτύχθηκε ἰδιαίτερα τὴν περίοδο 1957-1972 στὸ πλαίσιο τῆς Internationale Situationniste. Ὁ ὅρος δηλώνει τὴ μελέτη τῶν ἐπιδράσεων τοῦ περιβάλλοντος στὰ συναισθήματα καὶ στὶς ψυχικὲς ἀλλαγὲς τῶν προσώπων. Ἡ ἄσκοπη περιπλάνηση ὑπῆρξε βασικὸ ἐργαλεῖο τῶν ψυχογεωγραφικῶν λογοτεχνικῶν πειραμάτων.
39. M. Coverley, Psychogeography, Χάρπεντεν: Pocket Essentials, 2010, σ. 69.
40. Benjamin, «Über den Begriff der Geschichte», στὸ GS, τόμ. 1, σ. 691.
41. Benjamin, «Über einige Motive bei Baudelaire», στὸ GS, τόμ. 1, σ. 628.
42. Benjamin, «Die Wiederkehr des Flaneurs», στὸ GS, τόμ. 3, σ. 196.
43. Στδιο, σ. 197.
44. Στδιο, σ. 198.
45. Benjamin, «Pariser Passagen II», .π., σ. 1053.
46. Στδιο, σ. 1053.
47. Benjamin, «Die Wiederkehr des Flaneurs», .π., σ. 194.
48. Later Travels, 39.5.
49. Later Travels, 39.5.
50. Later Travels, 40.7.
51. E. Bodnar, «Athens in April 1436», Archaeology, 23.2 (1970), σ. 96.
52. Later Travels, 39.9.
53. Mastrogianni, «Cyriacus in Thrakien», .π., σ. 13.
54. Later Travels, IV.14.
55. Bodnar, «Athens in April 1436», .π., σ. 100.
56. Later Travels, 29.5.
57. Later Travels, 30.8.
58. Benjamin, «Zentralpark», .π., σ. 681.
59. Benjamin, «Franz Kafka», στὸ GS, τόμ. 2, σ. 420.
60. Later Travels, 13.2.
61. Benjamin, «Pariser Passagen II», .π., σ. 1051.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Περνώντας από τοίχους

Περνώντας από τοίχους

Προδημοσίευση από την αυτοβιογραφία της Marina Abramović Περνώντας από τοίχους (μτφρ. Αφροδίτη Γεωργαλιού), που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Ροπή.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστό...

Και διηγώντας τα... να τρως

Και διηγώντας τα... να τρως

Προδημοσίευση από το βιβλίο της Μελίσσας Στοΐλη Και διηγώντας τα... να τρως, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη τις επόμενες μέρες.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Η νοσταλγία

Η νοσταλγία

Προδημοσίευση από το βιβλίο της Barbara Cassin Νοσταλγία - Πότε λοιπόν είναι κανείς στο σπίτι του; (μτφρ. Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι τις επόμενες μέρες.

Επιμ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Το αστυνομικό μυθιστόρημα του ’16… βάζει στοίχημα

Το αστυνομικό μυθιστόρημα του ’16… βάζει στοίχημα

Γιατί τα αστυνομικά δεν θεωρούνται, συνήθως, σημαντικά λογοτεχνικά έργα; Σκέψεις με αφορμή μερικές πρόσφατες εκδόσεις ελληνικών αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

...
Τέσσερις νύχτες στο θέατρο

Τέσσερις νύχτες στο θέατρο

Ο Γιώργος Στόγιας είδε τέσσερις παραστάσεις για ενήλικες μέσα στις Γιορτές και μας περιγράφει τις εντυπώσεις του, θετικές, αρνητικές ή απρόσμενα ενθουσιαστικές.

Η Δίκη, του Κάφκα, σκηνοθ...

«Κυκλαδική κοινωνία»: Μια έκθεση κομψοτέχνημα

«Κυκλαδική κοινωνία»: Μια έκθεση κομψοτέχνημα

Για την έκθεση Κυκλαδική Κοινωνία 5000 χρόνια πριν, η οποία θα παρουσιάζεται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης μέχρι και τον Μάρτιο.

Της Τόνια Μάκρα
...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube