23 Ιανουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:13:41:17 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ Γιώργος Κοτζιούλας, ένας Ηπειρώτης τροβαδούρος χωρίς Αυλή

Γιώργος Κοτζιούλας, ένας Ηπειρώτης τροβαδούρος χωρίς Αυλή

E-mail Εκτύπωση

altΜε αφορμή το βιβλίο της Αθηνάς Βογιατζόγλου Ποίηση και Πολεμική - Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα (εκδ. Κίχλη).

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

Ο Γιώργος Κοτζιούλας υπήρξε δεδηλωμένος πολέμιος του μοντερνισμού. Στο «Πού τραβάει η ποίηση», το 1950, έγραφε:

Εκστασιάζονται και παραληρούν μπροστά στην Έρημη χώρα, ακατανόητο κείμενο αγγλοαμερικανού ποιητή, που τη θεωρούν ένα είδος ποιητική Αποκάλυψη, επειδή ίσα ίσα δεν καταλαβαίνουν ούτε μια παράγραφό της. Είναι οι ίδιοι δηλαδή του ίδιου κύκλου, που προχτές παρίσταναν τους αποκρυπτογράφους του Βαλερύ και παραπροχτές συγκινούνταν με τις σφιγγώδεις εμπνεύσεις του Μαλλαρμέ σα να ’ταν ομογάλακτοι αδελφοί του. Πάντα στους μαιάνδρους και τις καταχνιές, μακριά απ’ την ξαστεριά και την ισιάδα!

Με την κάθοδό του από το βουνό και το γυρισμό του στο άστυ, αναδιπλώθηκε, έσκυψε μέσα του και αφουγκράστηκε. Ήταν ούτως ή άλλως ποιητής που αενάως αυτοβιογραφούνταν ποιητικά, μ’ ένα ιδιότυπο μίγμα τρυφεράδας και σκληράδας απέναντι στον εαυτό του. 

Μα, έτσι κι αλλιώς, δε θα μπορούσε να μην ομοιοκαταληκτεί έμμετρα, γιατί ήταν ποιητής του παλαιοτέρου είδους: ήταν ένας Ηπειρώτης τροβαδούρος σε αναζήτηση μιας ανεύρετης Αυλής όπου ο ίδιος θα εξυμνούσε τα ανδραγαθήματα βασιλιάδων και ιπποτών. Όλο κι όλο για δύο χρόνια, ανάμεσα 1943 και 1945, μοιάζει να βρήκε τον Αρθούρο του στο πρόσωπο του Άρη Βελουχιώτη, που σαν ίσκιος απονύχτερος περνώντας απ’ τις ρούγες κι αιτός για τα μεσούρανα σύνταζε τις φτερούγες. Και τους Λανσελότους, τους Γκάλαχαντ, τους Πέρσιβάλ του, και τους λοιπούς, τους βρήκε στα πρόσωπα των Μαυροσκούφηδων και των Πρώτων του Αγώνα: του Γιώργη Σιάντου, του Στέφανου Σαράφη, του Στρατηγού Νάση, του Συνταγματάρχη Παπασταματιάδη, του Αντισυνταγματάρχη Κούκουρα, του Ταγματάρχη Αρέθα, του Πρωτοπόρου Ερμή, του Αρχηγού Μπουκουβάλα, του Καπετάν Κόζακα αράθυμου νταή που δεν του απόλειπε από τα γένια η ψείρα, του Καπετάν Ηρακλή, του Γιατρού Σαμαρά, του Πάτερ Ανυπόμονου.

Με την κάθοδό του από το βουνό και το γυρισμό του στο άστυ, αναδιπλώθηκε, έσκυψε μέσα του και αφουγκράστηκε. Ήταν ούτως ή άλλως ποιητής που αενάως αυτοβιογραφούνταν ποιητικά, μ’ ένα ιδιότυπο μίγμα τρυφεράδας και σκληράδας απέναντι στον εαυτό του. Στο ποίημα θα ’ναι η ίδια σου η καρδιά / που θα ξοφλά πρωτότυπα το κρίμα / δεμένη σαν κατάδικη στη ρίμα, έγραφε στην «Ποιητική» από τη συλλογή Σιγανή φωτιά, με ποιήματά του ανάμεσα 1932 και ’35. Και στην επόμενή του συλλογή, Η δεύτερη ζωή, αυτή με ποιήματά του γραμμένα ανάμεσα 1935 και 1937, αυτοβιογραφείται:

Τζουμέρκα-Αθήνα, αυτή ήταν όλη
που χάραξα, όλη μου η γραμμή.
Κίνησα απέκει μ’ ένα τσόλι,
μου ’λειψε εδώ και το ψωμί.
 
Αρχή κακού ήταν που δεν είχα
κουκούτσι πνεύμα πραχτικό·
τριχιά την έκανα την τρίχα,
της φαντασίας μου υλικό.
 
Έναν καιρό δεν ήθελα ούτε
να βλέπω ανθρώπινη θωριά.
«Βρέστε του (και μην τον ακούτε)
γυναίκα», ελέγαν στα χωριά.
 
Αργότερα θα μ’ έχουν βάλει
με δυο σειρές στο λεξικό.
Θα με ζηλέψουν τότε οι άλλοι,
θα γίνει ντόρος και κακό.

Έκτοτε, δεν παύει να γράφει για τον εαυτόν του με πικρή συγκινητική ειρωνεία, με πληγωμένο εγωισμό ίσως, μα δίχως ποτέ να κλείνεται ερμητικά στο ποιητικό του εγώ.

Αχ, μεθυσμένος όπως είμαι οίστρο και νιότη,
με τα φτερά του πιο γοργά δε γυρνά ο μύλος.
Αν και μου λείπει μαρτυριά από χρησμοδότη,
θα μείνω στην πατρίδα, λέω, εξαίσιος θρύλος

γράφει στο ποίημα «Vates» από τη συλλογή Γρίφος του ’38, και στο πολύ κατοπινό, του ’51, 13ο ποίημα από τους Αμνημόνευτους, πάλι με τον ίδιο, τον τόσο χαρακτηριστικό, κοροϊδευτικό πικρό τόνο, ξετυλίγει όλον του το βίο:

Αν έχετε ακουστά για κάποιον ποιγητή
πόχει απ’ τ’ απόμακρα Τζουμέρκα φανιστεί,
Γιώργο τον βάφτισαν, του Κωσταντή Κοτζιούλα,
γεννήθηκε, κοντά στις δάφνες, στην Τζουμούλα·
γι’ αυτόν που αθάρρευτος, σαν όλοι απ’ τα βουνά,
μπήκε στην πολιτεία με τα πολλά στενά
και μοσκοτρώγοντας καρβέλι αντίς μπομπότα
παιδεύτηκε πολύ για γράμματα, για φώτα,
νυχτοδουλεύοντας χρόνια μισοτιμής,
πρόθυμος για δουλειά, στο πάρσιμο ατζαμής,
αλλά και βαρετός κοντεύοντας να γίνει
με την αδύναμη κείνη ντροπαλωσύνη,
κι έτσι που δείχνονταν μη βλέποντας καλό,
τον άκακον αφού τον παίρνουν για λωλό,
σαν είδε κι έπαθε χωρίς να διαφορέψει
(μόνο που τα μαλλιά του πέσαν απ’ τη σκέψη),
στα τριάντα τόσα του γύρισε στο χωριό
για λάχανα της γης βελάνια των κλαριώ
κι από το φόβο του ξεβγήκε καπετάνιος,
αυτός ο από καιρό μισοάρωστος γραφιάνος…

Στην έμμονη ποιητική του αυτοβιογράφηση ο Κοτζιούλας ήταν ανοιχτός πάντοτε προς τον γύρω κόσμο: τον κόσμο των ανθρώπων· ως και τον κόσμο όλων των πλασμάτων, όπως για παράδειγμα στην ποιητική σύνθεση Φυγή στη φύση του ’52, δεκατρείς τριαντάστιχες ενότητες με δεκαπεντασύλλαβους ζευγαρωτούς, όπου στην 5η απ’ αυτές γράφει:

Ανοίγοντας τα μάτια μου μπονώρα σήμερα είδα
στην άκρη των ποδιών μου ορθή μιαν άσπρη πουλακίδα,
π’ αν και φτερούγισε, «καλό σημάδι» μέσα μου είπα.
Χώνονται ζούδια και πουλιά μέσα σ’ αυτήν την τρύπα.
Κάτω από το κρεβάτι μου τρυπώνουν σφαλαγγούδια
και μέρμηγκοι αραδίζουνε μέσα όξω για καλούδια.
Τι να ’βρουν; λίγη ζάχαρη που χύθηκε περίσσια
μες στη φωλιά τους, στην αυλή, την κουβαλήσαν ίσια·
τη θέλουν φαίνεται κι αυτά καφέ για να τρατέρνουν
βαθύγνωμους που στη δουλειά δε θα τα καταφέρνουν…

και παρακάτω, με συμπόνια που αγγίζει σχεδόν την ταύτιση, για το σκυλί που το ’να του πόδι

…κρέμεται, χωρίς το νεύρο κυβερνήτη,
κι ο τυχερός ανάπηρος δεν ξεκολλά απ’ το σπίτι·
γιατ’ έχει χάδια και φαγί και μαλακά στρωσίδια
και μ’ αρχοντόπουλου μαθές η πόρεψή του είν’ ίδια.
Μόνο, καθώς κουτσοπηδά και μπόρεση έχει λίγη,
ποια απ’ τη φυλή του θα τον δει και πέρα δε θα φύγει;

Ο Γιώργος Κοτζιούλας υπήρξε δύο πράγματα: ποιητής του ανθρώπου, που τον αναζήτησε μέσ’ από την παρατήρηση του εαυτού του όχι ξεκομμένου από τους άλλους αλλά ανάμεσά τους, και επίσης ποιητής όλων των ανθρώπων, γιατί με τους στίχους του απαθανάτισε έναν ολόκληρο κόσμο, χαμένο πια. 

Μα λίγο λίγο ο βάρδος Κοτζιούλας ξανάφτιαξε την Αυλή του, αυτήν τη φορά όχι από Μαυροσκούφηδες. Τούτη η δεύτερη είναι μια Αυλή από φαντάσματα Ηπειρωτών, από τύπους του χωριού που ο Κοτζιούλας τους ανακαλεί στη μνήμη του και, γράφοντας στην τραχιά λαγαρή τους γλώσσα, πλέκει ξανά σε στίχους τις ζωές τους που βιώθηκαν μέσα στη στέρηση και την ταλαιπώρια, νιώθοντάς τες μα δίχως κιόλας να τις εξωραΐζει. Στους Αμνημόνευτους και τα Ηπειρώτικα του ’53, είναι ο Νάτσια Φλώρος άνθρωπος της ισιάδας, άπραγος, αρνί, φταξούσιος σάμπως από θέλημα μιας χάρης, χειμωγκαλόκαιρο κει πάνω στο Βουνί· είν’ ο Γιωργούλη Ξ’τρης που σκαπέταγε με φτέρνες γοργές στη βλαχουριά: τους έφκιανε μαντριά, ξερότοιχα και στέρνες· είν’ ο Παπατριγιάντος: στο μαγαζί αρχινάω από το ρακογυάλι στο νεροπότηρο και βάλε ματαπάλι…  Μα πώς σηκώνομαι, παίρνω τα τοίχια σβάρα κι απ’ όχτο σ’ όχτο πάω, κωλ’τούμπα και γκυλ’ντάρα… Αλλά είμαι λειτουργός του Υψίστου μια φορά, χαίρομαι υπόληψη, με γράμματα γερά. Και σακελλίωνα δω θα μ’ έκανε ο Σπυρίδων, αν στο κατάστιχο δε μ’ είχαν των μπεκρήδων· είν’ ο Κώτσιο Γιώτης, ζωοκλέφτης που κουτσάθηκε: Γιατροί στα Γιάνινα μου κόψαν το ποδάρι, γιατί μια ντουφεκιά τη νύχτα μ’ είχε πάρει… κει που μ’ ένα σφαχτό κατηφορούσα ξένο, κι αν κριματίστηκα, να τώρα τι παθαίνω · είν’ η θειάκω η Χάιδω, ο Χρίστο Μήτρος, ο Γιάνν’ Γιάννος, ο Τάσιο Βέτσιος,  ο Γακ’ Παταριάς…

Ο Γιώργος Κοτζιούλας, νιώθω, υπήρξε δύο πράγματα: ποιητής του ανθρώπου, που τον αναζήτησε μέσ’ από την παρατήρηση του εαυτού του όχι ξεκομμένου από τους άλλους αλλά ανάμεσά τους, και επίσης ποιητής όλων των ανθρώπων, γιατί με τους στίχους του απαθανάτισε έναν ολόκληρο κόσμο, χαμένο πια.

Φέτος, 60 χρόνια μετά το θάνατό του, με το Ποίηση και πολεμική έχουμε στα χέρια μας μια βιογραφία αντάξιά του, χάρη στην ολοφάνερη αγάπη της Αθηνάς Βογιατζόγλου για την ποιητική τέχνη του Γιώργου Κοτζιούλα, την εμβρίθειά της, την άριστη οργάνωση του υλικού της, μα πάνω απ’ όλα την ευαισθησία που ’χε, να μιλήσει με γλώσσα άμεση και καθαρή για τον άνθρωπο που στο ποίημα «Τεχνίτης» έλεγε:

Γράφω για τους πολλούς, αγαπητέ και μη
με μπλέξεις με σοφίες που δεν καταλαβαίνω,
γιατ’ έχω αποστραφεί το λόγο το στριμμένο
κι ο στίχος μου είναι σαν της τάβλας το ψωμί.
 
Ατόφιο σώμα κλει το ντύμα το αλαφρό
κι η γλώσσα μαρτυράει αλύγιστο χωριάτη
που πέφτει στη δουλειά με τη γερή του πλάτη
κι είν’ έτοιμος να μπει σ’ αγώνα πιο σκληρό.

* Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής.

altΠοίηση και Πολεμική
Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα
Αθηνά Βογιατζόγλου
Κίχλη 2015
Σελ. 496, τιμή εκδότη €19,00

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Όταν ο Moby κυνηγούσε τη δική του άσπρη φάλαινα

Όταν ο Moby κυνηγούσε τη δική του άσπρη φάλαινα

Για το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Moby Porcelain (μτφρ. Αφροδίτη Γεωργαλιού, εκδ. Ροπή).

Του Δημήτρη Αναστασόπουλου

Οι περισσότερες βιογραφίες τ...

Oliver Sacks: Μια ζωή εν κινήσει

Oliver Sacks: Μια ζωή εν κινήσει

Για το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Oliver Sacks Εν κινήσει. Μια ζωή (μτφρ. Ευαγγελία Μόσχου, εκδ. Ροπή).

Του Μάνου Σαββάκη

Το ενδιαφέρον βιβλίο τ...

Το μακρύ καλοκαίρι του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ

Το μακρύ καλοκαίρι του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ

Για το αυτοβιογραφικό βιβλίο Αναβρασμός του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ (εκδ. Εστία).

Του Γιώργου Σιακαντάρη

Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Πεινάει, φοβάται, προς βορράν...

Πεινάει, φοβάται, προς βορράν...

Για το εικονογραφημένο βιβλίο της Αργυρώς Πιπίνη Μελάκ, μόνος, σε εικονογράφηση Αχιλλέα Ραζή (εκδ. Καλειδοσκόπιο).

Της Άντας Κατσίκη-Γκίβαλου

...
Διαβάζοντας με τη Ναταλία Τσαλίκη

Διαβάζοντας με τη Ναταλία Τσαλίκη

Πρόσωπα από το χώρο των τεχνών, των ιδεών και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν το δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Λογοτεχνία της Υπέρβασης, της Έκστασης, του Θάλπους

Λογοτεχνία της Υπέρβασης, της Έκστασης, του Θάλπους

Για το μυθιστόρημα της Clarice Lispector Η ώρα του αστεριού (μτφρ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, εκδ. Αντίποδες).

Του Γιώργου - Ίκαρου Μπαμπασάκη

Βεβα...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube