19 Ιανουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:14:55:56 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ RAYMOND CARVER Οι πυκνές πραγματικότητες του Ρέιμοντ Κάρβερ

Οι πυκνές πραγματικότητες του Ρέιμοντ Κάρβερ

E-mail Εκτύπωση

altΓια τη συγκεντρωτική έκδοση των διηγημάτων του Raymond Carver, Διηγήματα (μτφρ. Γιάννης Τζώρτζης, εκδ. Μεταίχμιο).

Του Νίκου Ξένιου

Από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» κυκλοφόρησε πρόσφατα ο συγκεντρωτικός τόμος Ρέιμοντ Κάρβερ Διηγήματα σε μετάφραση Γιάννη Τζώρτζη, με τις τρεις συλλογές διηγημάτων του συγγραφέα: Λοιπόν, θα πάψεις σε παρακαλώ;, Αρχάριοι και Καθεδρικός ναός. Είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για να διατρέξει κανείς το αφηγηματικό σύμπαν του Κάρβερ και ν' ανακαλύψει το ικρίωμα αυτό του ανθρώπινου νου, που είναι σε θέση να επιλέγει ανάμεσα στα εκπεφρασμένα συναισθήματα και στα άρρητα, βαθιά κρυμμένα κίνητρα. Που είναι σε θέση να ναρκοθετεί τη συνείδηση των ηρώων, υποστηρίζοντας και δικαιώνοντας τη διαφορετικότητα καθενός απ' αυτούς, οικοδομώντας την αμέριστη συμπάθεια του αναγνώστη και επιτρέποντας, παράλληλα, την κυνική σκηνοθεσία της τελικής τους πτώσης [1].

Λοιπόν, θα πάψεις, σε παρακαλώ;

altΟ συγγραφέας αυτοπεριγράφεται λέγοντας πως έχει: «φυσική κλίση στη συντομία και την ένταση της αφήγησης» και «αγκύλωση με το διήγημα»[2]. Στη συλλογή Λοιπόν, θα πάψεις σε παρακαλώ;, είκοσι δύο μικρότερα και μεγαλύτερα διηγήματα εγκυμονούν μια κρυφή έκρηξη. Στο διήγημα «Χοντρός», το πρώτο της συλλογής, κεντρικά ζητήματα είναι το κακό σεξ στο πλαίσιο του γάμου και η παχυσαρκία, που παίρνουν τοτεμικές διαστάσεις. Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η ανώνυμη σερβιτόρα-αφηγήτρια ενημερώνει τον αναγνώστη για μια συζήτηση που είχε με τη φίλη της Ρίτα σχετικά με ένα παχύσαρκο άντρα που σέρβιρε ένα βράδυ. Οι συνάδελφοί της Μάργκο, Λέανδρος και Χάριετ και ο φίλος της Ρούντι σχολιάζουν το πάχος του ανθρώπου αυτού, εξαναγκάζοντάς την στην υπεράσπισή του. Ο Ρούντι αναφέρεται σε δυο χοντρά παιδιά που γνώριζε παλαιότερα, εκ των οποίων το ένα έφερε το παρατσούκλι «fat» και το άλλο το παρατσούκλι «wobbly». Η αφηγήτρια πηγαίνει για ύπνο αλλά ο Ρούντι την προσεγγίζει ερωτικά, κι αυτή φαντασιώνεται πως είναι παχύσαρκη σαν τον πελάτη της και πως ο εραστής της δεν υπάρχει. Είναι προφανές πως η αφηγήτρια διέρχεται ένα στάδιο μεταμόρφωσης, ενώ το ευτελές, το επουσιώδες, μετατρέπεται σε βιτριόλι και επικαθορίζει τη μοίρα των ηρώων.

Το ζευγάρι ως θεματική ο Κάρβερ το επεξεργάζεται σε αντιπαραβολή με ένα άλλο ζευγάρι («Γείτονες»), επιχειρώντας αυτόκλητη παρείσφρηση στο μικροσύμπαν του απέναντι σπιτιού: οι γείτονες φθονούν και την παραμικρή λεπτομέρεια της ζωής των άλλων, υποδύονται τους ρόλους των και ενδύονται τα ρούχα τους, τέλος ανακαλύπτουν τα τελευταία ψήγματα αισθησιασμού εισβάλλοντας στο σκηνικό των άλλων. Οι «άλλοι» απουσιάζουν και το ζευγάρι κυριολεκτικά σκηνοθετεί την απουσία αυτήν, αναπλάθοντας μια παρωδία του «αμερικανικού ονείρου» που αγγίζει τα όρια της παρενδυσίας. Στο διήγημα «Η ιδέα» η παρακολούθηση του αισθησιασμού του γείτονα και η παρανομία της υφαρπαγής ιδιωτικών εικόνων και της παρακολούθησης (peeping through) ανάγεται σε κανόνα. Το ζευγάρι του διηγήματος «Δεν είναι αυτοί ο άντρας σου» οικοδομεί την εικόνα της σχέσης του μέσω του βλέμματος των άλλων, εκτιθέμενο και διασπώμενο σε θραυσματικά απεικάσματα ενός έρωτα που έχει τελειώσει, ή που δεν πρόκειται ποτέ να εκκινήσει. Η απόδοση του χαρακτήρα του συζύγου από τον Τομ Γουέιτς στην ταινία «Στιγμιότυπα» του Ρόμπερτ Άλτμαν είναι μεν συγκλονιστική, ωστόσο δεν αποδίδει στο παραμικρό το κλίμα του Κάρβερ. Το ίδιο ισχύει για όλους τους χαρακτήρες της ταινίας.

Η τεχνική του συγγραφέα δεν ανιχνεύεται μόνο στο πλάσιμο των χαρακτήρων, αλλά και στην αριστοτεχνική ανάπτυξη των διαλόγων.

Στο διήγημα «Είστε γιατρός;» η σχέση άντρα και γυναίκας δεν ολοκληρώνεται, ωστόσο φέρει δυνάμει όλη την εξαρτησιακή νοσηρότητα μιας συντελεσθείσας σχέσης, το ίδιο, δε, συμβαίνει και στη σχέση πατέρα και νεογέννητου παιδιού στο διήγημα «Πατέρας». Στο «Δεν είπε κανείς τίποτα» η διαλυμένη οικογένεια του νεαρού ψαρά επιδεικνύει απόλυτη δυσανεξία προς το αλιευτικό του επίτευγμα, που ούτε λίγο ούτε πολύ παρουσιάζεται ως τέρας ή έκτρωμα. Το υπαίθριο σκηνικό του ψαρέματος επανέρχεται στο διήγημα «Ο μουγγός» της συλλογής Αρχάριοι, όπου όμως αποτελεί το φόντο ενός εφιαλτικού εγκλήματος και μιας αυτοκτονίας. Και στα δύο διηγήματα ο κεντρικός ήρωας συνάπτει προσωπική σχέση με το σκοτεινό, υδρόβιο στοιχείο. Το στοιχείο αυτό θα λειτουργήσει και ως τάφος της βιασμένης κοπέλας στο διήγημα «Τόσο πολύ νερό τόσο κοντά στο σπίτι» από τους Αρχάριους: το έγκλημα βρίσκει τις συνιστώσες του στον ενδόμυχο φαλλοκρατισμό της αντροπαρέας των ψαράδων και στη βεβαρυμμένη συνείδηση της συζύγου. Η ταύτιση της ηρωίδας με τη δολοφονημένη κοπέλα που βρέθηκε στο ποτάμι είναι χαρακτηριστική μιας διπλής προβολής που κάνει ο συγγραφέας: «Είμαι εκεί μέσα, τα μάτια ανοιχτά, το πρόσωπο προς τα κάτω, κοιτάζοντας τα μούσκλια στο νερό, νεκρή». Ο υγρός τάφος αγγίζει αποκλειστικά τη γυναικεία όχθη του ψυχισμού. Η τεχνική του συγγραφέα δεν ανιχνεύεται μόνο στο πλάσιμο των χαρακτήρων, αλλά και στην αριστοτεχνική ανάπτυξη των διαλόγων, που εκμαιευτικά σχεδιάζουν την ήδη συντελεσθείσα δράση κορυφώνοντας την καχυποψία της συζύγου αυτής.

Αρχάριοι: στην «κορυφή του παγόβουνου» της αφήγησης

altΠάντως, όπως και αν οργανώνει την αφήγησή του (και εφευρίσκει πολλούς πρωτότυπους τρόπους γι' αυτό), στην «κορυφή του παγόβουνου» του Κάρβερ εξέχει μια νοσηρή παρονυχίδα εφθαρμένης σχέσης. Της φθοράς και της βίας που αυτή παράγει υφέρπει μια μόνιμη παρερμηνεία της πραγματικότητας: αυτό είναι ιδιαίτερα αντιληπτό στη μειωμένη αντίληψη της μάνας για τον γιο στο διήγημα «Γιατί, αγόρι μου;»: η επιστολική της απεύθυνση σε κάποιον ιθύνοντα της Δικαιοσύνης αποκαλύπτει στη μητέρα αυτήν την πλάνη της, την ενοχική της προσκόλληση σ' ένα φαινομενικά αναπόδραστο οιδιπόδειο και την απονοηματοδότηση του μητρικού της ρόλου. Ομοίως, η «Γυναίκα του φοιτητή», μετά από μια νύχτα αϋπνίας γυρίζει στο κρεβάτι και, βλέποντας το δωμάτιο πλημμυρισμένο στο λευκό φως του φεγγαριού και τον άντρα της να κοιμάται, πέφτει στα γόνατα και προσεύχεται στον Θεό για βοήθεια – που δεν πρόκειται ποτέ να έρθει.

Στοιχείο δομικό αυτής της πραγματικότητας είναι το αλκοόλ: κάποιες ιστορίες τελειώνουν με τη φράση: «ένα ποτό ακόμα» και σε αφήνουν με την αίσθηση ότι στο εξής οι χαρακτήρες θα συνεχίσουν επ' αόριστον να πίνουν.

Το ζευγάρι του διηγήματος «Κιόσκι» προγραμμάτιζε πολλά, οργάνωνε τη διαφυγή του μέσα σε ένα μικροσύμπαν ορθά διευθετημένο βάσει της τρέχουσας, νηφάλιας λογικής. Όμως η σταδιακή διάβρωση της συνύπαρξης, η τριβή με τον χρόνο και τις επαγγελματικές ασχολίες, η ευτέλεια των μικρών, μικρών καθημερινών πραγμάτων διαβρώνουν ολοκληρωτικά την αίσθηση αυτοκαταξίωσης και την εξιδανικευμένη θεώρηση του εαυτού και του άλλου. Το ζευγάρι εξελίσσεται σε κακέκτυπο της αρχικής του εικόνας, και η μόνη προσφυγή ή σανίδα σωτηρίας, είναι οι καλύτερες αναμνήσεις και των δύο, που κάπως αντισταθμίζουν τη χαμένη αξιοπρέπεια της μονογαμικής αναφοράς.

Παρεμφερής και εξίσου ηττοπαθής είναι η συνθήκη συνύπαρξης του ζευγαριού στο διήγημα «Θέλεις να δεις κάτι;»: η διαφορά είναι πως εδώ το στίγμα της αλλοτρίωσης το δίνει, στο κλίμα μιας ασυνήθους νυκτερινής συνάντησης, ο γείτονας, πρώην φίλος του συζύγου, που κυνηγά τους γυμνοσάλιαγκες. Συμβολική υποδήλωση της φθοράς είναι η εξομολόγηση της γυναίκας στον κοιμισμένο της σύζυγο: εκτόνωση, λύτρωση, αλλά και συμβιβασμός με την πραγματικότητα. Στοιχείο δομικό αυτής της πραγματικότητας είναι το αλκοόλ: κάποιες ιστορίες τελειώνουν με τη φράση: «ένα ποτό ακόμα» και σε αφήνουν με την αίσθηση ότι στο εξής οι χαρακτήρες θα συνεχίσουν επ' αόριστον να πίνουν.

Η «στιγμή» που περιέχει τα πάντα

Η εναλλαγή της μέρας με τη νύχτα (στο «Μια μικρή παρηγοριά») δημιουργεί στον αναγνώστη την αίσθηση ότι ο χρόνος δουλεύει εις βάρος του. Ακόμα και η συντετριμμένη πενθούσα μητέρα γνωρίζει πως «θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να πάει πιο πέρα απ' αυτό το απέραντο κενό που ήξερε πως απλωνόταν μπροστά της». Η ελαφρά ειρωνεία που διατρέχει το διήγημα εντείνεται με τις τηλεφωνικές παρεμβάσεις του ζαχαροπλάστη, που από μια παρεξήγηση επιμένει να ακούγεται σαν φαρσέρ. Ο θυμός για το άκαιρο αυτής της υποτιθέμενης φάρσας εντείνεται όσο συσσωρεύεται το πένθος για τον ανεξήγητο θάνατο του παιδιού. Η άγνοια της ανθρώπινης κατάστασης ανάγεται σε κανόνα ρυθμιστικό των αντιδράσεων όλων των ηρώων. Μια τεράστια παράλογη συνθήκη εγείρεται, στην κορύφωση της οποίας τα ζεστά κουλουράκια (εκ πρώτης όψεως ανεπαρκή ως παρηγοριά) αρκούν και με το παραπάνω για να δημιουργήσουν την τελέσφορη ψευδαίσθηση της θαλπωρής και της κατανόησης.

«Η λογοτεχνία που με ενδιαφέρει κυρίως έχει αναφορές στον πραγματικό κόσμο. Καμιά από τις ιστορίες μου δεν συνέβη στην πραγματικότητα, φυσικά. Όμως πάντα υπάρχει κάτι, ένα στοιχείο, μια κουβέντα που κάποιος μου είπε ή που άκουσα στην πραγματικότητα από τα οποία ξεκινώ. Να ένα παράδειγμα: "Αυτά είναι τα τελευταία Χριστούγεννα που μας καταστρέφεις!"».

Ένα πραγματικό αριστούργημα σταδιακής αποκάλυψης της αδυναμίας μας να ελέγξουμε τις καταστάσεις, όσο κι αν οριοθετούμε χρονικά την έναρξη μιας νέας περιόδου «εξιλέωσης» απέναντι στις δόλιες κι εκδικητικές δυνάμεις του πεπρωμένου. Παράλληλα, ένα θαυμάσιο αφιέρωμα στο ενοχικό trip καθενός από μας, στο παιχνίδι επάλληλων ρόλων που αφορούν την υπόδυση του συναισθήματος, στην εξωφρενικά παράλογη «τακτοποίηση» του μικροαστικού βίου βάσει των ηθικών «αγκυλώσεων» της αμερικανικής κοινωνίας, και κατ' επέκτασιν της δυτικής κοινωνίας εν γένει. Ο αφηγητής «παραιτείται», τρόπον τινά, από τη λεπτομερή παράθεση όλων αυτών των παράλογων συνθηκών που κάθε άλλο παρά αναστέλλουν το μοιραίο, ενώ το ύφος του γίνεται, αίφνης, απότομο και κοφτό: η απόδοση μιας «αδιόρατης» στιγμής της πραγματικότητας, η κατά τόπους φωτογραφική αναπαράσταση του χώρου και η ανάλογη διαύγεια στην απόδοση των συναισθημάτων, φέρνουν μπροστά στα μάτια των ηρώων του την παγίδευσή τους στον ιστό μιας ζωής άνευ περιεχομένου. Η έννοια της παραμυθίας επανέρχεται όταν η ανασκόπηση ζωής λειτουργεί η ίδια ως παρηγοριά, όταν το ζευγάρι το ανακουφίζει η σκέψη της παράφορης αγάπης του, στο: «Πού έχουν πάει όλοι;».

Όταν τον ρώτησαν πόσο αυτοβιογραφική είναι η λογοτεχνία του, ο Κάρβερ απάντησε καταφατικά: «Η λογοτεχνία που με ενδιαφέρει κυρίως έχει αναφορές στον πραγματικό κόσμο. Καμιά από τις ιστορίες μου δεν συνέβη στην πραγματικότητα, φυσικά. Όμως πάντα υπάρχει κάτι, ένα στοιχείο, μια κουβέντα που κάποιος μου είπε ή που άκουσα στην πραγματικότητα από τα οποία ξεκινώ. Να ένα παράδειγμα: "Αυτά είναι τα τελευταία Χριστούγεννα που μας καταστρέφεις!": αυτήν τη φράση την άκουσα μεθυσμένος, ωστόσο δεν την ξέχασα. Και αργότερα, πολύ αργότερα, όταν πια ήμουν ξεμέθυστος, χρησιμοποιώντας αυτήν τη φράση μόνο και κάποια πράγματα που επινόησα με ακρίβεια σαν να είχαν πράγματι συμβεί, έφτιαξα το διήγημα "Η πίτα"»[3].

Ωστόσο, το 1978, σε μιαν άλλη συνέντευξή του, θα δηλώσει πως «Δεν είσαι οι χαρακτήρες σου, μα οι χαρακτήρες σου είναι εσύ»[4]. Στο ειλικρινέστερο διήγημα της συλλογής, το «Αν είναι το θέλημά σου», μια εκτεταμένη παρτίδα του τυχερού παιχνιδιού «μπίνγκο» μετατρέπεται σε ένα είδος «ρώσικης ρουλέτας» που καθηλώνει τον αλκοολικό ήρωα σε μια κολλώδη αντίληψη της πραγματικότητας, ενώ δίπλα του τα νιάτα σαρκάζουν μέσα στην απατηλή και αλαζονική τους υπεροχή. Η σοβαρή αρρώστια της γυναίκας του φαντάζει, ως έσχατο πλήγμα της μοίρας, σαν μια ειρωνική προτροπή για απεύθυνση στον Θεό.

«Δεν είσαι οι χαρακτήρες σου, μα οι χαρακτήρες σου είναι εσύ».

Στο διήγημα «Αρχάριοι» ο καρδιολόγος Χερμπ Μακ Γκίνις μιλά για την αγάπη στα πλαίσια ενός σύγχρονου «πλατωνικού Συμποσίου» που φέρει όλα τα διαλεκτικά γνωρίσματα εκείνου, είναι όμως προσαρμοσμένο στα μεγέθη της εποχής μας. Όμως, ο Χερμπ ξέρει όσα ξέρει όλος ο κόσμος. Η αντίληψή του δεν είναι πεφωτισμένη, αντιθέτως περιορίζεται σ'έναν αντιληπτικό ορίζοντα κυριαρχούμενο από μικρότητες και ανεπεξέργαστο θυμικό. Ξέρει πως οι σκέψεις του για τις αγάπες του παρελθόντος και τις αγάπες του μέλλοντος δεν έχουν νόημα και επιθυμεί να σκοτώσει την πρώην σύζυγό του. Ο Νικ, ο αφηγητής, δεν λέει πολλά, ωστόσο η οπτική του γωνία γίνεται πιο αποκαλυπτική στα σχόλια που κάνει για τους άλλους συνομιλητές. Ο Νικ υπαινίσσεται τον απόλυτο χαρακτήρα του έρωτα χωρίς να γίνεται πιο ξεκάθαρος από τον Χερμπ, όμως είναι σε θέση ν' αφουγκράζεται τις καρδιές των άλλων. Η τραυματική ερωτική ιστορία της Τέρι με τον πρώην εραστή της Καρλ διαμορφώνει και τις ακραίες απόψεις της. Ο Χερμπ είναι πεπεισμένος πως ο Καρλ ήταν τρελός, όμως η Τέρι επιμένει πως την αγάπησε πραγματικά, γι'αυτό και αυτοκτόνησε. Ο Χερμπ την αποκαλεί οπαδό της σχολής «kick-me-so-I'll-know-you-love-me».

alt

Καθεδρικός ναός: η διαμαρτάνουσα συνθήκη της ευτυχίας

altΗ συλλογή Καθεδρικός ναός ήταν υποψήφια για το βραβείο Πούλιτζερ. Το 1983 ο συγγραφέας, σε συνέντευξή του στο «Paris Review», υποστήριξε πως στα διηγήματα της συλλογής αυτής μπόρεσε να επιδείξει μεγαλύτερη συναισθηματική εμβέλεια και πληρέστερη αφηγηματική ανάπτυξη[5]. Και στον Καθεδρικό ναό ο Κάρβερ θίγει το ζήτημα του αλκοολισμού: είτε ως τελετουργίας, είτε ως άξονα επικοινωνίας των ανθρώπων, είτε ως μέθοδο αποπλάνησης και καταστροφής, είτε ως σύμβολο συναισθηματικού κενού.

«Θαρρείς και το σύμπαν διευρύνεται, ξεχειλώνει απρόσμενα για να περιβάλει εντός του αντιδράσεις, συμπεριφορές, δράματα που σιγοβράζουν, υπόγειες εκρήξεις και συναισθήματα, συμπιεσμένα στο χρονικό εύρος λίγων ημερών, ενός εικοσιτετραώρου ή μιας μόνο στιγμής», έγραψε στην Book Press ο Παναγιώτης Γούτας. Πραγματικός τεχνίτης στην απόδοση των καθημερινών σχέσεων, ο Κάρβερ αναπαράγει πειστικά τις μεταπτώσεις ή παύσεις μιας συνομιλίας. Πάνω απ' όλα, όμως, δίνει τεράστια προσοχή στις στιγμές της σιωπής και σε όλα εκείνα που συντελούνται εκτός αφηγηματικής δράσης, εκτός διαλόγων, τα οποία ωστόσο προϋποθέτουν και -ως ένα βαθμό- προδιαγράφουν τα όσα θα εκτυλιχθούν. Σε αυτήν τη διεργασία ο συγγραφέας επιτρέπει στον εαυτό του συνεχή χρονικά πρωθύστερα.

Πραγματικός τεχνίτης στην απόδοση των καθημερινών σχέσεων, ο Κάρβερ αναπαράγει πειστικά τις μεταπτώσεις ή παύσεις μιας συνομιλίας. Πάνω απ' όλα, όμως, δίνει τεράστια προσοχή στις στιγμές της σιωπής και σε όλα εκείνα που συντελούνται εκτός αφηγηματικής δράσης, εκτός διαλόγων.

Στον Κάρβερ το στοιχείο του συμβιβασμού με την τρέχουσα, εκπεπτωκυία εκδοχή της αλήθειας είναι κεντρικό: «χωρίς ένταση ή μνησικακία» οι ήρωές του αποδέχονται πως δεν έχουν την παραμικρή ελπίδα. Αυτό όμως δεν συνιστά τεκμήριο δειλίας ή απαξίωσης: αντιθέτως, συνιστά μαρτυρία ανθρωπινότητας. Σαν να προσπαθεί ο συγγραφέας να υποδείξει σε πόσο ποταπές, μηδαμινές και θνησιγενείς περιοχές του Είναι πρέπει να εξερευνήσει κανείς αν θέλει να αγαπήσει τον άνθρωπο. Πόσο η μικρότητα και η αδυναμία μπορούν ν' αποτελέσουν μυθιστορηματικές ποιότητες: όχι το μεγαλείο των κλασικών ηρώων, ούτε ο αντιήρωας -του οποίου το μεγαλείο είναι η αντίθεσή του προς τον ήρωα-, αλλά ο ανυπολόγιστα μικρού ηθικού μεγέθους άνθρωπος της διπλανής πόρτας.

Ένας τόπος πέρα από τις βορειοδυτικές ακτές του Ειρηνικού

Όπως δήλωσε σε συνέντευξή του ο συγγραφέας: «Κάποτε ήταν σημαντικό για μένα να αυτοαποκαλούμαι "συγγραφέας του West". Αλλά αυτό, καλώς ή κακώς, δεν ισχύει πια. Νομίζω πως ταξίδεψα αρκετά, έζησα σε τόσο πολλά μέρη, παρα-ένιωσα ξεσπιτωμένος και παραγκωνισμένος ώστε να έχω συγκεκριμένη αντίληψη της "πατρίδας". Εάν κάποτε συνειδητά θα τοποθετούσα μιαν ιστορία σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, πράγμα που υποθέτω ήδη το έχω κάνει, αυτός ο τόπος θα ήταν ο Βορειοδυτικός Ειρηνικός».

Το 1977, λίγο μετά την υποψηφιότητά του για το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, ο συγγραφέας γίνεται μέλος των «Ανώνυμων Αλκοολικών», σε μια προσπάθεια αποτοξίνωσής του και έναρξης μιας καινούργιας ζωής. Δέκα χρόνια μετά πεθαίνει από καρκίνο των πνευμόνων.

O Κάρβερ θαύμαζε την αίσθηση της τοπικότητας που ανέδιδαν κείμενα συγγραφέων όπως ο Τζιμ Ουέλτς, ο Ουάλας Στέγκνερ, ο Τζων Κημπλ, ο Ουίλιαμ Ήστλεϊκ και ο Ουίλιαμ Κίτριτζ. Oι περισσότερες ιστορίες του δεν διαδραματίζονται σε συγκεκριμένο τόπο: θα μπορούσαν να λαμβάνουν χώρα σε οποιαδήποτε αστική ή ημιαστική περιοχή: στο Σακραμέντο, στο Σαν Χοσέ, στο Σαν Φρανσίσκο, στο Σηάτλ, στο Λος Άντζελες ή στην Ουάσιγκτον. Άλλωστε, οι περισσότερες συμβαίνουν σε κλειστούς χώρους και σε δωμάτια. Πέραν τούτου, θεωρούσε πως οι επιρροές του ήταν συγκεκριμένες: συγγραφείς που, λίγο ως πολύ, αυτοβιογραφούνται συνειδητά ή ασυνείδητα: Μπάρυ Χάνα, Ρίτσαρντ Φορντ, Έρνεστ Χέμινγκουεϊ, Αν Μπήτι ή Ανν Τάιλερ, Τζων Τσίβερ: Εκ φύσεως δεν έχει θεωρητική δομή σκέψης, κι αυτό αντικατοπτρίζεται στη φυσική του ικανότητα να επιλέγει τις «σωστές λεπτομέρειες, αυτές που θα υποκαθιστούσαν μια σειρά πραγμάτων», ώστε να εκραγούν σε νοήματα μέσα από μιαν εσωτερική διεργασία της ανάγνωσης: «Πρέπει να είσαι πολύ πολύ τολμηρός, ικανός και επινοητικός όταν έχεις την πρόθεση να μιλήσεις για τον εαυτό σου, και βέβαια πρέπει να τα πεις όλα! Τι θα μπορούσε κανείς να γράψει ωραιότερα, παρά τα προσωπικά του μυστικά. Όμως, μόνο αν ανήκεις σε μιαν ειδική κατηγορία συγγραφέων ιδιαίτερα ταλαντούχων, μπορείς να αποτολμήσεις μια μεγάλη αυτοβιογραφία. Ένας μεγάλος κίνδυνος ή, τουλάχιστον, ένας μεγάλος πειρασμός για πολλούς συγγραφείς είναι να γίνουν κυρίως αυτοβιογραφικοί. Νομίζω ο άριστος συνδυασμός είναι ένα μικρό ποσοστό αυτοβιογραφίας μαζί με ένα μεγάλο ποσοστό φαντασίας». Αλλά και ο Χέμινγουέι και τα διηγήματα του Τσέχωφ, και ο Τολστόι, ο Ίζαακ Μπάμπελ, η Φλάνερυ Ο'Κόνορ, ο Φρανκ Ο'Κόνορ, ο Τζέιμς Τζόις και ο φίλος του Τζων Τσίβερ, ο Φλωμπέρ και ο Κόνραντ, ο Άπνταϊκ και ο Τομπάιας Γουλφ, ο Μαξ Σοτ και η Μπόμπι Αν Μέισον, ο Πίντερ και ο Πρίτσετ, ο Γκόρκι και ο Ρίτσαρντ Φορντ, ο Μπουκόφσκι και ο Λάρυ Μπράουν, ο Φρέντερικ Μπαρθέλμ και ο Κόρμακ Μακ Κάρθυ, αλλά και ο ισπανόφωνος Πιέδρο Χουάν Γκουτιέρεθ και ο Μαξ Φρις, αυτές συνάγεται πως είναι οι κυριότερες επιρροές που είχε ο Κάρβερ από τα διαβάσματά του. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1976, κι ενώ στο αμερικανικό διήγημα κυριαρχούσαν οι πειραματισμοί μεταμοντερνιστών συγγραφέων όπως ο Ντόναλντ Μπαρτέλμ και ο Τζων Μπαρτ, ο Κάρβερ δημοσιεύει το Λοιπόν, θα πάψεις, σε παρακαλώ; και θέτει μ' αυτό υποψηφιότητα για το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου. Το 1977, λίγο μετά την υποψηφιότητά του για το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, ο συγγραφέας γίνεται μέλος των «Ανώνυμων Αλκοολικών», σε μια προσπάθεια αποτοξίνωσής του και έναρξης μιας καινούργιας ζωής. Δέκα χρόνια μετά πεθαίνει από καρκίνο των πνευμόνων.

Το Εγώ του αφηγητή του είναι συγκρατημένο, το ύφος του αποστασιοποιημένο, χωρίς θυμικά ξεσπάσματα, στεγνό, προφορικό, συχνά τηλεγραφικό. Το νόημα ορίζεται περισσότερο από τα συμφραζόμενα.

Ο «βρώμικος ρεαλισμός» επιτάσσει απλή υπόθεση και έμμεση κατάδειξη του διαταραγμένου ψυχισμού κάποιων losers μεσοαστών που «έχασαν το τραίνο» της ζωής, μέσω παράθεσης αδρών εικόνων. Το πρότυπο του Χέμινγουεϊ υιοθετήθηκε, λίγο-πολύ, από τους περισσότερους, τυπικούς ή άτυπους, εκπροσώπους του «βρώμικου ρεαλισμού». Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, πρώτος, και ο Ρέιμοντ Κάρβερ κατόπιν, έδωσαν φωνή και υπόσταση στον βουβό και αγνοημένο κόσμο της κατώτερης εργατικής τάξης της χώρας τους. Το Εγώ του αφηγητή του είναι συγκρατημένο, το ύφος του αποστασιοποιημένο, χωρίς θυμικά ξεσπάσματα, στεγνό, προφορικό, συχνά τηλεγραφικό. Το νόημα ορίζεται περισσότερο από τα συμφραζόμενα, ενώ ο συγγραφέας ενσταλάσσει κομμάτια του εαυτού του στους χαρακτήρες των ηρώων του, φιλοτεχνώντας πολλές αφηγηματικές φωνές, βάσει πολλών διαφορετικών ιδιαιτεροτήτων: «Ίσως το να γράφεις λογοτεχνία για μια ειδική κατηγορία ανθρώπων και για ένα συγκεκριμένο είδος ζωής να επιτρέπει την κατανόηση συγκεκριμένων περιοχών της ανθρώπινης ζωής καλύτερα από πριν. Δεν το αποκλείω. Όμως πολύ φοβούμαι ότι εκεί τελειώνει η στράτευση της τέχνης, τουλάχιστον κατά την αντίληψή μου. Πιθανόν με την ποίηση τα πράγματα να είναι διαφορετικά. (...) Η τέχνη βρίσκεται εκεί για να μας παρέχει την απόλαυση που μας παρέχει, τόσο την απλή στιγμιαία απόλαυσή της, όσο και την απόλαυση της έννοιας του Ωραίου. Κάτι που ακτινοβολεί, όμως το φως του είναι θαμπό...»[6].

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

[1] Ο Περικλής Σφυρίδης παρουσίασε τον Κάρβερ στο αναγνωστικό κοινό της Θεσσαλονίκης, δημοσιεύοντας το διήγημά του «Οι γείτονες» στο περιοδικό «Το τραμ» (τχ. 8. Φλεβάρης του 1989, σελ. 43-47), σε μετάφραση του Κώστα Χατζηκυριάκου, και επηρεάζοντας, έτσι, πολλούς έλληνες συγγραφείς.
[2] Στην εισαγωγή του «Από πού τηλεφωνώ», ανθολογία που δημοσιεύτηκε το 1988.
[3] Από συνέντευξη του Κάρβερ στο Paris Review - The Art of Fiction No. 76, στη Mona Simpson και στον Lewis Buzbee. (Μτφρ. του γράφοντος).
[4] Το Publisher's Weekly σχολίασε πως ο Κάρβερ εξέφρασε σε λόγο τη βουβή φωνή των Αμερικανών, διατηρώντας λακωνική απόσταση από τη σιωπηρή τους απελπισία: άλλοι είπαν πως είναι ο συγγραφέας της «αχαρτογράφητης Αμερικής». Οι ήρωές του τη γνωρίζουν αυτήν την Αμερική, γιατί γνωρίζουν τις σκέψεις των Αμερικανών που συναναστρέφονται, των φίλων και των γειτόνων τους.
[5] Αυτή του η δήλωση σχολιάστηκε ως προσπάθειά του να διαφοροποιηθεί από την εκδοχή του επιμελητή του Γκόρντον Λις και να τεκμηριώσει την «καρβερικότητα» της ίδιας του της αφήγησης.
[6] Από συνέντευξη του Κάρβερ στο Paris Review - The Art of Fiction No. 76, στη Mona Simpson και στον Lewis Buzbee. (Μτφρ. του γράφοντος).

altΔιηγήματα
Raymond Carver
Μτφρ. Γιάννης Τζώρτζης
Μεταίχμιο 2015
Σελ. 858, τιμή εκδότη €19,90

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ RAYMOND CARVER

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ο Κολυμβητής και άλλες ιστορίες

Ο Κολυμβητής και άλλες ιστορίες

Του Νίκου Αδάμ Βουδούρη*

Στην εργοβιογραφία που συνοδεύει τη συλλογή διηγημάτων «Ο Κολυμβητής και άλλες ιστορίες» (εκδ. Καστανιώτη) του Τζον Τσίβερ, διαβάζω ότι το 1973 ο συγγραφέας κόντεψε να πεθάνει από πνευμονικό οί...

Αρχάριοι

Αρχάριοι

Του Παναγιώτη Γούτα

Στις ιστορίες του ο χρόνος διαστέλλεται. Το ανθρώπινο δράμα, η οικογενειακή συμβίωση με τις συγκρούσεις της, οι μικρές τραγωδίες τής καθημερινότητας, οι μικροί καθημερινοί θάνατοι, η δύναμη του απρόοπτου που μας δυναστεύει, καταδεικνύο...

Αφιέρωμα στον Ρέιμοντ Κάρβερ

Αφιέρωμα στον Ρέιμοντ Κάρβερ

Η διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο, τις ιδέες και τον πολιτισμό BOOK PRESS και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σας προσκαλούν σε μια βραδιά αφιερωμένη στον σπουδαίο Αμερικανό διηγηματογράφο Raymond Carver, την Τρίτη, 26 Ιανουαρίου, στις 8 μ.μ., στον ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (Ιπποκράτους 118).

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Το αστυνομικό μυθιστόρημα του ’16… βάζει στοίχημα

Το αστυνομικό μυθιστόρημα του ’16… βάζει στοίχημα

Γιατί τα αστυνομικά δεν θεωρούνται, συνήθως, σημαντικά λογοτεχνικά έργα; Σκέψεις με αφορμή μερικές πρόσφατες εκδόσεις ελληνικών αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

...
Τέσσερις νύχτες στο θέατρο

Τέσσερις νύχτες στο θέατρο

Ο Γιώργος Στόγιας είδε τέσσερις παραστάσεις για ενήλικες μέσα στις Γιορτές και μας περιγράφει τις εντυπώσεις του, θετικές, αρνητικές ή απρόσμενα ενθουσιαστικές.

Η Δίκη, του Κάφκα, σκηνοθ...

«Κυκλαδική κοινωνία»: Μια έκθεση κομψοτέχνημα

«Κυκλαδική κοινωνία»: Μια έκθεση κομψοτέχνημα

Για την έκθεση Κυκλαδική Κοινωνία 5000 χρόνια πριν, η οποία θα παρουσιάζεται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης μέχρι και τον Μάρτιο.

Της Τόνια Μάκρα
...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube