x
Διαφήμιση

23 Ιανουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ J.M. COETZEE Σε αναζήτηση του J.M. Coetzee

Σε αναζήτηση του J.M. Coetzee

E-mail Εκτύπωση

alt

Ένα συνθετικό κείμενο για τις αμφιλεγόμενες πλευρές της πολιτικής και κοινωνικής στάσης του νοτιοαφρικανού συγγραφέα.

Του Μίλτου Φραγκόπουλου

Τον Οκτώβριο του 1988, η ένωση συγγραφέων της Νότιας Αφρικής, ένα σώμα με προοδευτικές απόψεις που αγωνιζόταν τότε κατά του απαρτχάιντ και της λογοκρισίας, προσκάλεσε τον Σάλμαν Ρούσντι, που μόλις είχε τιμηθεί με το βραβείο Booker, για το διάσημο, πλέον, έργο του Σατανικοί Στίχοι. Στην εκδήλωση θα παρευρίσκονταν και οι δύο ήδη βραβευμένοι με το Booker νοτιοαφρικανοί συγγραφείς Ναντίν Γκόρντιμερ και Τζ.Μ. Κουτσύ, στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ κατά της λογοκρισίας με διοργανωτή την εφημερίδα Weekly Mail.

Εκείνος

Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά, γιατί η ισλαμική κοινότητα της Νότιας Αφρικής, που συμμετείχε βέβαια στον αγώνα κατά του ρατσιστικού απαρτχάιντ, όχι μόνο τον θεωρούσε ανεπιθύμητο, αλλά απειλούσε και να υλοποιήσει την εντολή του Αγιατολάχ Χομεϊνί και να εκτελέσει τον βλάσφημο Πακιστανικής καταγωγής συγγραφέα. Η υπόθεση αυτή έθετε σε κίνδυνο την ενότητα του αντιρατσιστικού κινήματος και τελικά η πρόσκληση της ένωσης συγγραφέων προς τον Ρούσντι απεσύρθη – και αναζητήθηκαν άλλοι τρόποι επικοινωνίας του φεστιβάλ με τον συγγραφέα των Σατανικών Στίχων, μέσα από συζήτηση μιας ευρείας συνάντησης διανοουμένων που συγκάλεσε η ένωση νοτιο-αφρικανών συγγραφέων.

«Υποταχθήκαμε στις πολιτικές σκοπιμότητες της λογοτεχνίας με τον πιο άσκημο, βίαιο και απρόσμενο τρόπο»

Εκεί ο Κουτσύ, που δεν ήταν μέλος της ένωσης, άφησε το κοινό του εμβρόντητο: «Υποταχθήκαμε», είπε, «στις πολιτικές σκοπιμότητες της λογοτεχνίας με τον πιο άσκημο, βίαιο και απρόσμενο τρόπο. Η απόσυρση της πρόσκλησης στον Ρούσντι έχει προκαλέσει στους διοργανωτές της Weekly Mail κάτι περισσότερο από αμηχανία και η όλη κοινότητα των νοτιοαφρικανών διανοουμένων, στην οποία λογαριάζω και τον εαυτό μου, βγαίνει από αυτή την υπόθεση μάλλον γελοιοποιημένη. Πιστεύω, και θα συνεχίσω να πιστεύω μέχρι να πεισθώ περί του αντιθέτου, ότι κάποιου είδους συναλλαγή έλαβε χώρα στο δωμάτιο με τους καπνούς των τσιγάρων, κάποιου είδους εξόφληση λογαριασμών, κάποιος συμβιβασμός ή παζάρι ή διακανονισμός, όπου η πρόσκληση του Ρούσντι εγκαταλείφθηκε για χάρη της ενότητας της συμμαχίας κατά του απαρτχάιντ, με σκοπό να μην κάνουμε τη ζωή δύσκολη στους μωαμεθανούς μέσα σ’ αυτή τη συμμαχία. Η εφημερίδα Weekly Mail είναι υπέρμαχος της ελευθερίας του λόγου, αλλά ανακαλύπτει αίφνης ότι μπορεί να ζει και σε συνθήκες όπου αυτή η ελευθερία δίδεται επιλεκτικά, μόνο σε κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα. Το ίδιο και οι βιβλιοπώλες που αρνήθηκαν, από τον φόβο των αντιποίνων, ακόμα και μια τηλεφωνική συνέντευξη του Ρούσντι – και φυσικά η ένωση συγγραφέων «που είναι αφοσιωμένη στην ελευθερία της έκφρασης, αλλά μόνο στο βαθμό που δεν απειλεί την ενότητα του αγώνα».

Ο Κουτσύ συνέχισε καταγγέλλοντας τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, λέγοντας ότι τον ξέρουμε και από τον καλβινισμό των λευκών ρατσιστών στη Νότια Αφρική. Και κατέληξε θέτοντας ένα ερώτημα για τις ίδιες τις αξίες του απελευθερωτικού αγώνα: «Βρίσκομαι εδώ με την ουρά κάτω από τα σκέλια όπως όλοι οι συμμετέχοντες και οι διοργανωτές. Αυτή η χαλαρή συμμαχία ανθρώπων που πιστεύουν στην ελευθερία της έκφρασης υπέστη μια συντριπτική ήττα».

altΟ άνθρωπός του

Αυτή η στάση του Κουτσύ προετοιμάζει εκείνο που κατά τη γνώμη μου είναι το μείζον έργο του συγγραφέα και –τουλάχιστον από άποψη στόχευσης– μια εξαιρετικά τολμηρή λογοτεχνική κατάθεση που δεν διστάζει να θέσει τα νέα ερωτήματα που ανακύπτουν στη λεγόμενη «μετα-αποικιακή» εποχή. Ο λόγος για την Ατίμωση (Disgrace), που τιμήθηκε με το βραβείο Μπούκερ το 1999. Με μια έννοια το Περιμένοντας τους Βαρβάρους γίνεται άμεσα αποδεκτό από εμάς, όλους, που λογαριάζουμε τον εαυτό μας από την πλευρά των καλών του κόσμου τούτου. Ακόμα και αποφεύγοντας τα απλοϊκά σχήματα και αντιμετωπίζοντας ως αναγνώστες τα σύνθετα, πολύπλοκα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Επίτροπος στην ιστορία, οι συντεταγμένες μας είναι δεδομένες. Στην Ατίμωση η πυξίδα μας τρελαίνεται.

Ο λευκός καθηγητής επικοινωνιολογίας, γνώστης πολλών ευρωπαϊκών γλωσσών και μελετητής του ευρωπαϊκού πολιτισμού, της ποίησης και της μουσικής του 19ου αιώνα, δηλαδή ο καλλιεργημένος φορέας της εκλεπτυσμένης μας κουλτούρας, ο οποίος γερνά και παρακμάζει σε όλα τα επίπεδα: πνευματικά, σωματικά, σεξουαλικά, ηθικά –σαν εκπρόσωπος της λευκής Νότιας Αφρικής– έρχεται να συγκρουστεί όχι με τη νικηφόρα επανάσταση που αποτίναξε τον αποικιακό ζυγό, όχι με την καλή νέα εξουσία των μαύρων αφρικανών, αλλά με την ανομία που έχει ενσκήψει στη χώρα, μετά την κατάρρευση του απαρτχάιντ το 1994. Ο καθηγητής που αποπλανεί μια ευάλωτη φοιτήτριά του και μετά από την καταγγελία της απολύεται, καταλήγει στη φάρμα της κόρης του, όπου προσπαθεί να ανασυντάξει ό,τι έχει απομείνει από τη ζωή του. Όμως η ύπαιθρος δεν είναι πλέον ασφαλής. Κάποιο βράδυ θα δεχτούν επίθεση από μια συμμορία νεαρών αφρικανών που θα κακοποιήσουν το γέρο και θα βιάσουν την κόρη του.

Ένας από τους μύθους που συντηρούσε το απαρτχάιντ τελικά μοιάζει να επαληθεύεται – μόλις έρθουν οι «απολίτιστοι» στα πράματα, θα έρθει και το χάος

Ένας από τους μύθους που συντηρούσε το απαρτχάιντ (κι όπως μας τον παρουσιάζει ο Κουτσύ, για να τον ανατρέψει, στο Περιμένοντας του Βαρβάρους) τελικά μοιάζει να επαληθεύεται – μόλις έρθουν οι «απολίτιστοι» στα πράματα, θα έρθει και το χάος. Σε συνθήκες πλήρους ανομίας οι άγριοι θα πάρουν εκδίκηση, αρπάζοντας το βιός των λευκών και βιάζοντας τις λευκές γυναίκες. Μήπως ο Κουτσύ εδώ υποδαυλίζει αυτές τις αντιλήψεις και ηθελημένα κηλιδώνει την εικόνα της νέας διοίκησης της χώρας; Ή μήπως επιχειρηματολογεί καλοπροαίρετα για την αδυναμία της όποιας ελπιδοφόρας πολιτικής αλλαγής να εξαφανίσει κάθε μορφή ανέχειας και αθλιότητας;

Σε μια αναπάντεχη τροπή της ιστορίας, ο μαύρος ιδιοκτήτης της γειτονικής φάρμας (που ίσως ήταν ανακατεμένος στην επίθεση) θα ζητήσει από την κόρη του καθηγητή να γίνει τρίτη γυναίκα του, εξηγώντας ότι έτσι θα ήταν πιο ασφαλής. Η κόρη αποδέχεται την πρόσκληση, και ο πατέρας της δεν μπορεί να το πιστέψει.

Γράφει ο Κουτσύ:

«Πόσο εξευτελιστικό», είπε ο πατέρας τελικά. «Τόσες σπουδαίες ελπίδες να καταλήξουν έτσι».
«Ναι, συμφωνώ, εξευτελιστικό. Αλλά ίσως είναι κι ένα καλό σημείο για να ξαναρχίσει κανείς. Ίσως αυτό είναι που πρέπει να μάθω να αποδέχομαι. Να αρχίσω από εκεί, απ’ όσο πιο χαμηλά γίνεται. Χωρίς τίποτε. Κανένα χαρτί, κανένα όπλο, καμιά περιουσία, κανένα δικαίωμα, καμιά αξιοπρέπεια».
«Σαν το σκυλί»
«Ναι, σαν το σκυλί»

Ο συγγραφέας μας κατηγορήθηκε εδώ για ρατσισμό. Κι όταν του απονεμήθηκε το βραβείο Μπούκερ για το βιβλίο αυτό και το κυβερνών πλέον κόμμα του Μαντέλα, το African National Congress, τον συνεχάρη, ακούστηκαν φωνές περί υποκρισίας. Οπωσδήποτε μια τέτοια κατηγορία δύσκολα ευσταθεί – αν δεν εθελοτυφλεί. Αλλά ανεξάρτητα από τη συζήτηση αυτή, το εδάφιο που παραθέσαμε πιο πάνω μάς ανοίγει ένα δρόμο για να δούμε μέσα μας λίγο πιο βαθιά, πέρα από τα στερεότυπα. Κι από κεί μας οδηγεί σε κάτι πιο σκοτεινό, που βρίσκεται στον πυρήνα του όλου έργου του Κουτσύ, σε μια θεματική, που τη συναντάμε φυσικά και στο Περιμένοντας τους Βαρβάρους, αλλά και σε σχεδόν όλα τα έργα του, την θεματική των ορίων. 

alt

Τα όρια

Όπως λέει ο συνταγματάρχης Τζολ στον Επίτροπο, στο Περιμένοντας τους βαρβάρους, «ο πόνος είναι η μόνη αλήθεια», εκεί που φτάνει κανείς στο έσχατο όριο της αντοχής, σωματικής και ψυχικής, εκεί αποκαλύπτεται η αλήθεια. Έτσι ο Επίτροπος μετά τη σύλληψή του θα κατέβει βήμα-βήμα στα σκοτεινά βάθη της αλήθειας του πόνου: θα εξευτελιστεί ηθικά, θα καταπονηθεί σωματικά, και θα τον εγκαταλείψουν όλοι οι παλιοί του γνωστοί και φίλοι. Θα καταλήξει σαν ένα τραυματισμένο, φοβισμένο ζώο πριν την τελική εικονική του εκτέλεση όπου θα υποστεί το μαρτύριο του κρεμάσματος από τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη, σε μια περιγραφή που μοιάζει να συνομιλεί ευθέως με μια από τις πιο σκληρές σκηνές της λεγόμενης στρατοπεδικής λογοτεχνίας από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τη σκηνή που μας παρουσιάζει χωρίς περιστροφές ο Ζαν Αμερύ στο Πέρα από την Ενοχή και την Εξιλέωση.

Ο Επίτροπος μετά τη σύλληψή του θα κατέβει βήμα-βήμα στα σκοτεινά βάθη της αλήθειας του πόνου: θα εξευτελιστεί ηθικά, θα καταπονηθεί σωματικά, και θα τον εγκαταλείψουν όλοι οι παλιοί του γνωστοί και φίλοι

Εδώ φτάνουμε στη θεματική, που συνδέεται είτε έμμεσα είτε άμεσα με το ζήτημα των βασανιστηρίων και σχετίζεται με το ευάλωτο, το απροστάτευτο της σωματικής μας υπόστασης. Πρόκειται τώρα για τη θεματική του τραυματισμένου/ ακρωτηριασμένου σώματος, που έρχεται κι επανέρχεται στο έργο του Κουτσύ. Εκτός από την τσακισμένο σώμα της κοπέλας σ’ αυτό το βιβλίο, συναντάμε το λαγώχειλο του Μάικλ Κ που δυσκολεύει την ομιλία του στο Βίος και Πολιτεία του Μάικλ Κ, το αφαιρεθέν στήθος της καρκινοπαθούς κ. Κάρεν στο Τα χρόνια του Σιδήρου και την κομμένη γλώσσα του Παρακευά, του «άγριου» συντρόφου του Κρούσου στο Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα.

Η κομμένη γλώσσα του Παρασκευά μας δείχνει και προς ένα άλλο όριο, εκείνο της επικοινωνίας, όριο που εν τέλει είναι απροσπέλαστο, καθώς φτάνουμε στην αλαλία. Δύσκολα επικοινωνεί με τον κόσμο και ο Μάκιλ Κ, δύσκολα επικοινωνεί και ο καλοπροαίρετος Επίτροπος με την ανάπηρη «βάρβαρη» που θέλει τόσο πολύ να περιθάλψει: Μολονότι δεν υπάρχει γλωσσικό χάσμα, οι δυσκολίες στην επικοινωνία και στην αλληλοκατανόηση μεταξύ τους είναι πολλές και έντονες. Κάθε τόσο ο Επίτροπος νιώθει ότι δεν μπορεί να της δώσει να καταλάβει τι θέλει να πει. Ο αναγνώστης εδώ αντιλαμβάνεται ότι το ζήτημα είναι η συνεννόηση των πολιτισμών, μια ανάγκη πιο επιτακτική για τον δικό μας πολιτισμό, παρά για τον άλλο, μιας που εμείς θέλουμε να δεχτούν εκείνοι τους δικούς μας τρόπους. Η αναφορά εδώ είναι σε μια στάση που επιμένει από παλιά, από τον καιρό του Ροβινσώνα, και την οποία ο ίδιος ο Κουτσύ θα αναδείξει στην κορυφαία στιγμή της καριέρας του, στο λόγο του κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ. Εκεί θα επιλέξει να θέσει το εδάφιο από το μυθιστόρημα του Ντεφόε, σχετικά με την πρόθεση του Ροβινσώνα να «εκπολιτίσει» τον Παρασκευά ώστε να γίνει «χρήσιμος», ως προμετωπίδα στο κείμενο της ομολογουμένως ιδιόρρυθμης, ομιλίας του στη Σουηδική Ακαδημία, που έφερε τον τίτλο Εκείνος κι ο Άνθρωπός του (He and His Man).

Το κείμενο αυτό, που δεν έχει καμία σχέση με τις συνήθεις βαρυσήμαντες τοποθετήσεις για τη λογοτεχνία που εκφωνούνται σ’ αυτές τις περιστάσεις, ένα αφήγημα γεμάτο αναπάντεχες τροπές, μπορεί να ρίξει τελικά κάποιο φως σ’ αυτόν τον ιδιόρρυθμο «τρόπο» του Κουτσύ που διασαλεύει τα στερεότυπα, και να βοηθήσει τον αναγνώστη να εξιχνιάσει τις προθέσεις ενός συγγραφέα που επιμελώς αποφεύγει να μας τις αποκαλύψει. Ίσως το πιο εύγλωττο στοιχείο ως προς αυτό να μην είναι, τελικά, κάποιο κείμενο, αλλά η απόφασή του να μεταναστεύσει και να εγκατασταθεί στην Αυστραλία – από το 2003, αφού επέκρινε και τους «καλούς» που πλέον κυβερνούν τη χώρα του. Χαρακτηριστική της σύνθετης ή «πολυδιάστατης» στάσης του είναι και η δήλωσή του όταν έλαβε την αυστραλιανή υπηκοότητα: «Δεν είναι τόσο ότι έφυγα από τη Νότια Αφρική, με την οποία έχω έντονους συναισθηματικούς δεσμούς, όσο ότι ήρθα στην Αυστραλία, όπου με προσέλκυσε το ελεύθερο και γενναιόδωρο πνεύμα των κατοίκων της καθώς και η ομορφιά της ίδιας της χώρας».

altΟ αντίπαλος (Foe)

Η διαρκής αναβολή μιας οριστικής μονοσήμαντης δήλωσης, καταφατικής ή αρνητικής, είναι αυτή που αναζωογονεί διαρκώς το ενδιαφέρον, υπονομεύει παγιωμένες αντιλήψεις και φωτίζει πτυχές που συνήθως περνούν απαρατήρητες. Η γονιμοποιός αυτή ασυνεννοησία επεκτείνεται μέχρι και στη σχέση ανάμεσα στο συγγραφέα και τους χαρακτήρες που δημιουργεί, όπου θα έλεγε κανείς ότι ενυπάρχει μια αντιπαλότητα, όπου ο ένας αντιμετωπίζει το άλλο ως εχθρό. Foe είναι η αγγλική λέξη, που τη συναντάμε στον τίτλο του βιβλίου που αναφέρεται στον Ροβινσώνα Κρούσο, και προφανώς προέρχεται από τη δεύτερη συλλαβή του επώνυμου του συγγραφέα Daniel Defoe που συνέγραψε το γνωστό μυθιστόρημα στις αρχές του 18ου αιώνα. Foe είναι και το επώνυμο του συγγραφέα που πλάθει ο Κουτσύ στο δικό του μυθιστόρημα, ενός συγγραφέα που αναλαμβάνει να καταγράψει την αφήγηση μιας γυναίκας ναυαγού, που συνάντησε τον Κρούσο, αλλά ανάμεσά τους δημιουργείται μια σχέση αντιπαλότητας.

Αυτό το μοτίβο επέλεξε να αναπτύξει στην ομιλία του στην τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ, όπου ο Κουτσύ μας αφηγείται μια αλλόκοτη ιστορία σύμφωνα με την οποία ο Κρούσος επιστρέφει στην Αγγλία και εγκαθίσταται στο Μπρίστολ, ενώ ο Φόου ταξιδεύει σε διάφορα μέρη της Βρετανίας από όπου του στέλνει αναφορές με τα όσα είδε και έμαθε εκεί. Έτσι αντιστρέφονται οι ρόλοι του αφηγητή και του ήρωά του, καθώς ο συγγραφέας είναι τώρα ο ταξιδιώτης, και το δημιούργημά του, ο αρχικός ταξιδευτής και ναυαγός που έχει να μιλήσει για σημεία και τέρατα, είναι τώρα ο παραλήπτης των ιστοριών – αυτός ακούει τις διηγήσεις κι όχι αντιστρόφως.

Όταν ο Κουτσύ ρωτήθηκε από δημοσιογράφο ποιο από τα δυο πρόσωπα, ο συγγραφέας ή ο ήρωάς του θα έλεγε πως τον εκπροσωπούσε, εκείνος απάντησε: «Δεν είμαι βέβαιος».

Και μέσα στο κείμενο αναρωτιέται ο ίδιος:

Πώς να τους φανταστούμε αυτούς τους δύο; Αυτόν και τον άνθρωπό του; Σαν αφέντη και δούλο; Σαν αδελφούς, σαν δίδυμους;

Μα θα το ήθελε πολύ να συναντηθούνε – μολονότι κάτι τέτοιο μοιάζει απίθανο. Μάλλον δεν θα συμβεί ποτέ. Και έτσι κλείνει η ομιλία του Κουτσύ στη Στοκχόλμη το 2003:

Άραγε θα ’ρθεί, σ’ ένα από τα ταξίδια του, αυτός ο άνθρωπος ποτέ στο Μπρίστολ; Λαχταρά να τον γνωρίσει από κοντά, να του σφίξει το χέρι, να πάει μια βόλτα στο λιμάνι και να τον ακούσει να του λέει τα όσα είδε στο σκοτεινό βορρά του νησιού, ή για τις περιπέτειές του απ’ τη δουλειά της συγγραφής. Αλλά φοβάται ότι η συνάντηση αυτή δεν θα γίνει, όχι σε τούτη τη ζωή. Αν χρειαστεί να συμβιβαστεί με μια παρομοίωση για τους δυό τους, τον άνθρωπό του κι εκείνον, θα έγραφε ότι ήταν σαν δύο πλοία που πλέουν σ’ αντίθετη κατεύθυνση, το ένα ανατολικά και το άλλο δυτικά. Η καλύτερα ότι είναι δυο ναύτες στο κατάστρωμα παλεύοντας με τα ξάρτια, ο ένας στο πλοίο που πάει δυτικά και ο άλλος στο πλοίο που πάει ανατολικά. Οι πορείες τους συναντώνται και τα πλοία περνούν κοντά, τόσο κοντά ώστε να βλέπεις απέναντι. Αλλά η θάλασσα είναι αγριεμένη, ο καιρός θυελλώδης: τα μάτια τους μαστιγώνονται από τον αφρό των κυμάτων, οι παλάμες τους καίνε από την τριβή των σκοινιών, περνά ο ένας μπροστά απ’ τον άλλο, μα είναι τόσο απασχολημένοι που δεν σηκώνουνε κεφάλι ώστε να χαιρετηθούν έστω και μ’ ένα νεύμα από μακριά.

ΜΙΛΤΟΣ ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ρoβινσώνας χωρίς νησί

Ρoβινσώνας χωρίς νησί

Του Κώστα Κατσουλάρη

You are not alone, said the sign; and also, No matter how far you sail, no matter where you hide, you will be searched out. 
...
Ο αναρχικός συντηρητισμός στον J.M. Coetzee

Ο αναρχικός συντηρητισμός στον J.M. Coetzee

Πόσο πολιτικός συγγραφέας είναι ο J.M. Coetzee; Μια εμπεριστατωμένη άποψη...

Του Γιώργου Λαμπράκου

Το θέμα του παρόντος κειμένου* είναι ο Τζον Μάξουελ Κ...

Η συγγραφή υπό κρίση

Η συγγραφή υπό κρίση

Μια μερική ανάγνωση του Elizabeth Costello* του Τζ.Μ. Κουτσί. 

Του Κώστα Κατσουλάρη

Στο έκτο κεφάλαιο τ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Διαβάζοντας με τη Ναταλία Τσαλίκη

Διαβάζοντας με τη Ναταλία Τσαλίκη

Πρόσωπα από το χώρο των τεχνών, των ιδεών και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν το δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Λογοτεχνία της Υπέρβασης, της Έκστασης, του Θάλπους

Λογοτεχνία της Υπέρβασης, της Έκστασης, του Θάλπους

Για το μυθιστόρημα της Clarice Lispector Η ώρα του αστεριού (μτφρ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, εκδ. Αντίποδες).

Του Γιώργου - Ίκαρου Μπαμπασάκη

Βεβα...

Νέο φεστιβάλ: Η Λογοτεχνία στον Κινηματογράφο

Νέο φεστιβάλ: Η Λογοτεχνία στον Κινηματογράφο

Adaptation Film Festival από τις 2-8 Φεβρουαρίου 2017 στον Κινηματογράφο «Μικρόκοσμος».

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

Το νέο κινηματογραφικό φεστιβάλ, Ad...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube